Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Τίποτα δεν είναι όπως πριν

«Θανάσιμος τραυματισμός, τραγικό συμβάν, άτυχη στιγμή, θλιβερό γεγονός, μεμονωμένο περιστατικό, υπερβάλλοντας ζήλος, ελλιπής εκπαίδευση, νταηλίκι, σταγονίδια, απώλεια ψυχραιμίας, ψυχολογικά προβλήματα, ένας θερμοκέφαλος, εν βρασμώ ψυχής, εξοστρακισμός».
Κάθε μέρα που περνάει από την εν ψυχρώ και εκ προμελέτης δολοφονία του 16χρονου Αλέξη το βαθύ κράτος ξεδιπλώνει την υπερασπιστική του γραμμή. Δημοσιογράφοι «αδυνατούν» να κατανοήσουν γιατί ο Κούγιας και ο δολοφόνος ειδικός φρουρός μαζί με τον συνεργάτη του προκαλούν ανοικτά με τις δηλώσεις τους και τα απολογητικά τους υπομνήματα. «Ρίχνουν λάδι στη φωτιά», «μα είναι εντελώς ηλίθιοι;» Όχι δεν πρόκειται ούτε για ηλιθίους, ούτε για μια ερειστική γραμμή Κούγια που εκπλήσσει ακόμα και τα κυβερνητικά στελέχη. «Μα ας ζητήσουν ένα συγνώμη». Καταλήγουν οι «έκπληκτοι» δημοσιογράφοι. Οι ρόλοι έχουν μοιραστεί. Ο Κούγιας και οι δολοφόνοι προκαλούν, και οι φωνές της συνέσεις καλούν έστω και την ύστατη στιγμή σε μια υποχώρηση, σε μια συγνώμη. Παραμύθια της χαλιμάς. Όλοι τους ανήκουν στο ίδιο τσίρκο.

Η γραμμή Κούγια είναι η επίσημη γραμμή της αστυνομίας

Και η αστυνομία είναι το βαθύ κράτος. Ότι κι αν λένε οι πολιτικάντηδες και τα παπαγαλάκια τους στα ΜΜΕ, όσο κι αν προσπαθούν να διαχειριστούν ακόμα και την ίδια την εξέγερση, η επίσημη γραμμή είναι αυτή του Κούγια. Το κράτος δεν θα αφήσει έτσι τα παιδιά της. Ένας ολόκληρος μηχανισμός δουλεύει για αυτόν τον σκοπό. Από τον μπάτσο που δηλώνει αμετανόητος και έτοιμος να ξανασημαδεύσει με το κουμπόυρι του, μέχρι τους ιατροδικαστές και τους ασφαλίτες των βαλλιστικών ερευνών που ήδη έβγαλαν τη σφαίρα να έχει κάνει γκελ μέχρι να φτάσει, φυσικά «εξ αμελείας», στην καρδιά του Αλέξη. Να το θέλημα θεού του Κούγια. Τι κι αν ο δολοφόνος δηλώνει ξεκάθαρα ότι θα το ξανάκανε. «Όχι, όχι μην ανησυχείτε», φωνάζουν κάποιοι άλλοι, που επίσης κρατάνε «ενδιάμεση» στάση. «Δεν θα αλλάξει το κατηγορητήριο». Αν ήταν να μην αλλάξει το κατηγορητήριο δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να βγει η σφαίρα στραπατσαρισμένη. Το κράτος και οι μηχανισμοί του δεν δουλεύουν ποτέ εν βρασμώ ψυχής αλλά πάντοτε ψυχρά και βάσει σχεδίου. Κάθε κομμάτι αυτού του μηχανισμού βρίσκεται υπό την προστασία ολόκληρου του μηχανισμού και αυτό ακριβώς αποτελεί και τον συνεκτικό του πυρήνα.

Το παραμύθι του καλού και του κακού «μεμονωμένου» μπάτσου

Η προσπάθεια να παρουσιαστούν οι αστυνομικοί δολοφόνοι βασανιστές σαν μεμονωμένες περιπτώσεις προκειμένου να απαλλαχτεί η αστυνομία και το κράτος από τη συλλογική ευθύνη, είναι η κυρίαρχη γραμμή στα καθεστωτικά ΜΜΕ. Για να γίνουν ακόμα πιο πιστευτοί όσοι πλασάρουν αυτή την ερμηνεία επιδίδονται και στο απαραίτητο γλείψιμο των παιδιών που ρίχνουν νεράνζια (όχι όμως κάτι παραπάνω, αυτοί είναι άλλοι). Από την Τατιάνα Στεφανίδου μέχρι τον Πρετεντέρη, και τον Χαρδαβέλα μέχρι τον πρόεδρο των ειδικών φρουρών πλασάρουν συστηματικά το ίδιο παραμύθι με τον πιο βρωμερό ρόλο. Ακολουθώντας την γνωστή ασφαλίτικη μεθοδολογία καλούν στις εκπομπές τους μαθητές για να πουν τον πόνο τους, και να εκφράσουν τα αισθήματά τους, έχοντας απέναντί τους ψημένους δικηγόρους, ψυχολόγους και μπασκίνες προκειμένου να αποσπάσουν από αυτούς τους μαθητές δηλώσεις μετάνοιας και αγάπης τελικά προς τους καλούς αστυνομικούς που πρέπει να μας προστατεύουν. Η επιχείρηση αποκατάστασης του κύρους των δυνάμεων καταστολής σε πλήρη εξέλιξη.

Ο «ψυχασθενής» μπάτσος

Ο Πρετεντέρης προκειμένου να στηρίξει τη θεωρία του μεμονωμένου περιστατικού υπενθύμισε ότι οι αστυνομικοί πολλές φορές έχουν χρησιμοποιήσει τα όπλα τους εναντίον μελών της οικογένειας τους. «Έχει και γι’ αυτό ευθύνη η κυβέρνηση;» Αναρωτήθηκε. Καμία σχέση. Ο αστυνομικός που δολοφονεί τη γυναίκα του με το υπηρεσιακό του περίστροφο δεν το κάνει με την επαγγελματική του ιδιότητα και ούτε στο όνομα αυτής. Κανένας απατημένος μπάτσος δεν ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται το νόμο και την τάξη. Ο ειδικός φρουρός που εκτέλεσε τον Αλέξη ήταν εν ώρα υπηρεσίας, λειτουργούσε όχι με προσωπικό κίνητρο αλλά στο όνομα της υπηρεσίας του, έχοντας επιπλέον εμπεδώσει όλο το ιδεολογικό φορτίο του υπερασπιστή του νόμου και της τάξης από όσους επιχειρούν να την διασαλέψουν. Λειτουργούσε δηλαδή με πλήρη συνείδηση και σε διατεταγμένη υπηρεσία εν ονόματι του κράτους. Ο τσαμπουκάς και το νταηλίκι είχε σχέση με αυτό και όχι με τις πιθανές σχέσεις που ενδεχομένως μπορεί να έχει με σταγονίδια και με το φασιστικό παρακράτος.

Συμψηφισμός της βίας

Άλλοι τηλεαστέρες επιχειρούν ένα είδος συμψηφισμού ενισχύοντας την επιχειρηματολογία περί μεμονωμένων περιστατικών από την ανάποδη. Δίκαιες λένε οι αντιδράσεις (αυτό πλέον το λεει και ο Καραμανλής) αλλά να, αν δεν υπήρχαν αυτά τα «μεμονωμένα» περιστατικά βίας από τους «κουκουλοφόρους» όλα θα ήταν καλύτερα. Γι΄ αυτό όλοι εσείς οι ειρηνόφιλοι διαδηλωτές μαζί φυσικά και ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλουν να τα καταδικάσουν. Αλλιώς έχετε και εσείς συλλογική ευθύνη, στον ίδιο βαθμό που υπάρχει και στην αστυνομία, από τα αντίστοιχα «μεμονωμένα» περιστατικά». Επίσης καμία σχέση. Ένα κίνημα δεν έχει μια ιεραρχική δομή, ούτε διμοιρίες που υπακούουν σε ένα κέντρο. Δεν έχει καν ιδεολογική συνοχή και επιπλέον έχει έναν εντελώς προσωρινό χαρακτήρα. Ένα κίνημα δεν είναι οργάνωση που προϋπάρχει, ούτε αυτοί που συμμετέχουν στο κίνημα γνωρίζονται από πριν αναμεταξύ τους. Απ’ αυτή την άποψη δεν μπορεί να υπάρχει καμιά συλλογική ευθύνη. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η νεολαιίστική εξέγερση σαν ένα «οργανωμένο σχέδιο σκοτεινών κύκλων της ανωμαλίας από το εσωτερικό και το εξωτερικό» επιδιώκει εκτός των άλλων τον συμψηφισμό της νόμιμης οργανωμένης συστημικής βίας με την αυθόρμητη αντιβία του κινήματος.

Αφορμές, αιτίες, φαινόμενα και δικαιολογίες

Πολλή συζήτηση γίνεται περί αφορμών και αιτιών της εξέγερσης. Παραδόξως όλοι συμφωνούν. Από τον Χαραδαβέλα μέχρι και το σύνολο του κινήματος. Δεν ήταν η αιτία η εκτέλεση του Αλέξη, αλλά η «αφορμή». Σαν να βρέθηκε η ευκαιρία να σκάσει το καζάνι της αβεβαιότητας, της έλλειψης προσδοκιών, των προβλημάτων στην παιδεία, η γενιά των 700 ευρώ, το πρεκαριάτο, η λιτότητα, η ακρίβεια., η οικονομική κρίση, η ανεργία, η ασυδωσία, τα σκάνδαλα, ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο ρατσισμός, η περιθωριοποίηση, η ατιμώρητη κρατική καταστολή. Και ολοένα ο κατάλογος μεγαλώνει. Και όσο μεγαλώνει τόσο δεν ξέρουμε τι μας γίνεται.
Αναμφίβολα όλα αυτά μπορεί να αποτελούν το υπόβαθρο μιας εξέγερσης. Ως μια κοινωνιολογική προσέγγιση τα πράγματα είναι κάπως έτσι. Όμως στα χέρια της αστικής προπαγάνδας όλα αυτά γίνονται ένας λαπάς για να ξεφύγει η συζήτηση από το κυρίαρχο ζήτημα. Η καταστολή της αστυνομίας δεν είναι καθόλου δευτερεύων, ούτε γενικώς μια «αφορμή». Είναι ο συνεκτικός πυρήνας του αστικού κράτος. Είναι τα ένοπλα σώματα, οι πραιτοριανοί της αστικής εξουσίας και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Η εξέγερση που ακολούθησε μετά τη δολοφονία δεν ήταν απλώς μια οργή, ήταν εξέγερση ενάντια στην οργανωμένη βία του κράτους, όχι από 200 ιδεολογικά μυημένους αλλά αυτή τη φορά από ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας, ακόμα και αν στις εκδηλώσεις πρωταγωνίστησε όπως ήταν φυσικό η νεολαία, και αυτό από μόνο του είναι πολύ πιο σημαντικό και ποιοτικά ανώτερο από κάθε αγώνα για τα 1400 ευρώ μισθό, τα εργασιακά δικαιώματα στο πτυχίο και τα ΚΕΣ. Και γι’ αυτό ακριβώς στο κίνημα αυτό συμμετέχουν από τη νεολαία, εργαζόμενοι, άνεργοι μέχρι τους μετανάστες
Μια δολοφονία λοιπόν δικαιολογεί από μόνη της την εξέγερση και επομένως αποτελεί και την αιτία της. Η υποβάθμιση της, ως αιτίας που γίνεται συνειδητά από τα αστικά ΜΜΕ και ασυνείδητα από το κίνημα, υποβαθμίζει και το ίδιο το γεγονός, στρέφοντας την προσοχή στα δήθεν πιο σημαντικά που είναι τα βαθύτερα προβλήματα της κοινωνίας, της παιδείας, του συστήματος δικαιοσύνης. Στο βαθμό λοιπόν που αυτές είναι οι αιτίες «τότε προς τι τόση βία», αναρωτιέται παριστάνοντας τον αγαθό ο κάθε δημοσιογράφος μαζί με διάφορους ώριμους και νηφάλιους αναλυτές της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς. Και όλοι μαζί το ρίχνουνε στο τσάμικο. Μαζί τους και ο πρωθυπουργός. «Πρέπει να δούμε τι ζητάει η νεολαία. Γιατί ξέσπασε έτσι; Τι της έχουμε κάνει εμείς οι μεγαλύτεροι; Γιατί νοιώθει τόσο απογοητευμένη;»
Η συζήτηση φεύγει από τον χαρακτήρα της εξέγερσης για να καταλήξει σε μια ανέξοδη απεραντολογία για τα «βαθύτερα και διαχρονικά προβλήματα». Αυτό που κάνει τόσα χρόνια το ΚΚΕ όταν παρουσιάζεται ένα συγκεκριμένο ζήτημα που όλος ο κόσμος το παίρνει χαμπάρι. Έρχεται για να συσκοτίσει το ζήτημα. Αυτό έγινε με τα ομόλογα, με τις φωτιές, με όλα τα σκάνδαλα. Αυτό γίνεται και τώρα. Οι γνωστές διαχρονικές ευθύνες. Αυτό ακριβώς χρειάζεται όποιος βρίσκεται στριμωγμένος στον τοίχο, εν προκειμένω ο κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους και ο πολιτικός τους εκπρόσωπος η κυβέρνηση της ΝΔ. Τι να κάνουν και αυτοί οι καημένοι. Προσπαθούν, αλλά αφού είναι βαθύτερο το πρόβλημα, καταλήγουν στο τέλος να παριστάνουν κι αυτοί το θύμα. Στο τέλος θα πρέπει να τους λυπηθούμε που έχουν αναλάβει να διαχειρίζονται τόσο βαθιά προβλήματα. Εκεί καταλήγει στο τέλος αυτός ο λαβύρινθος των κοινωνικών αιτιών. Η εξέγερση δεν χρειάζεται καμία κοινωνιολογική επιβεβαίωση. Ας ασχοληθούν με αυτό οι καθηγητές της Παντείου. Πολύ περισσότερο δεν έχει ανάγκη από δικαιολογίες και μάλιστα σε κουβενταρίες από κοινού με μπάτσους, δικηγόρους που τη χούντα την παρουσιάζουν ως «συγκεντρωτικό καθεστώς», και δημοσιογράφους που επιμένουν μες τα μούτρα μας να μιλάνε για τους καλούς αστυνομικούς. «Πρέπει επιτέλους να καταλάβει η κυβέρνηση… ότι αυτό το φαινόμενο… μας έχει ξεπεράσει όλους…» Συζητάμε για φαινόμενα λες και μας έπεσε κανένα τσουνάμι στο κεφάλι; Η εξέγερση είναι φαινόμενο; Κι όμως αυτά τα ακούμε από ανθρώπους που συμμετέχουν στο κίνημα και που θεωρούν ως καθήκον τους να κατανοήσει η κυβέρνηση και οι πραιτοριανοί του κράτους τι ακριβώς συμβαίνει. Και εμείς θα πρέπει να τους βοηθήσουμε, σε αυτό αντί να κοπεί κάθε δίαυλος επικοινωνίας. Όχι δεν πρέπει να καταλάβουν τίποτα. Θα πρέπει να έχουν μαύρα μεσάνυχτα. Όσο δεν καταλαβαίνουν τόσο το καλύτερο για το κίνημα.
Επιτέλους οι διάφοροι κινηματίες ας σταματήσουν να περιφέρονται στα ΜΜΕ παραδίδοντας μαθήματα κοινωνιολογίας από τα μέσα. Και ας επικεντρωθούν στο πιο σημαντικό. Πως θα τσακίσουν τον αντίπαλό τους αν τελικά συμφωνούμε ότι υπάρχει αντίπαλος και δεν είναι και αυτός τόσο πολυπληθής όσα και οι «βαθύτερες» «διαχρονικές» και «κοινωνικές αιτίες».

«Ποιο είναι το αίτημά σας;»

Ρωτάνε οι δημοσιογράφοι και όλοι όσοι παριστάνουν ότι δεν έχουν καταλάβει γιατί γίνονται όλα αυτά. Για να συμπληρώσουν: «Γιατί τα κάνετε όλα αυτά;». Η απάντηση ανάλογη της ερώτησης. «Μα γιατί έχουμε προβλήματα, στο σχολείο, δεν θα βρούμε δουλειά, μας έχουν εγκαταλείψει, τα κόμματα, τα 700 ευρώ, η ανασφάλεια…». Και να σου ξανά οι κοινωνιολόγοι και οι ψυχαναλυτές να ερμηνεύουν τα «φαινόμενα».
Επιτέλους υπάρχει κανείς που να τους το πει στα μούτρα για να τελειώνουμε. Η εξέγερση δεν γίνεται γιατί «υπάρχουν προβλήματα, φτώχεια, ανεργία και κακή παιδεία». Αυτά τα ξέρουν και οι πέτρες. Δεν χρειάζονται ούτε αναλυτές, ούτε κινηματίες της περιγραφής για να τα μάθει ο κόσμος. Γίνεται γιατί ένα ικανό κοινωνικό δυναμικό τους πήρε πλέον χαμπάρι και δεν περιμένει πλέον τίποτα από τους διαχειριστές της αστικής εξουσίας. Όχι διότι γενικά κάτι δεν πάει καλά, ότι δεν υπάρχει υγεία, παιδεία κ.ο.κ. αλλά γιατί συνειδητοποίησε ποιοι ευθύνονται γι’ όλα αυτά. Προφανώς η συνειδητοποίηση δεν έγινε ξαφνικά. Πολλές φορές είναι αποτέλεσμα μιας ασύμμετρης διαδικασίας. Η δολοφονία του Αλέξη ήταν ο πυροκροτητής της έκρηξης, ήταν ένα σοκ που συνδύασε αυτή την ασύμμετρη συνειδητοποίηση, οδηγώντας στην ενοποιημένη έκφρασή της. Χιλιάδες κόσμος, κυρίως νεολαίοι, είπαν με μια φωνή. Μέχρι εδώ καθάρματα. Αυτό (το πολύ σοβαρό και εξωφρενικό γεγονός και όχι απλώς «αφορμή») δεν θα περάσει έτσι. Θα απαντηθεί με τον τρόπο που σας αξίζει.
Πάρτε το επιτέλους χαμπάρι. Δεν υπάρχει κανένα αίτημα εδώ. Ο κόσμος που βρέθηκε στο δρόμο δεν ζητάει τίποτα από σας, γιατί έτσι κι αλλιώς είσαστε ανίκανοι για να το δώσετε. Απλώς σας έχει κηρύξει τον πόλεμο. Για ποια αιτήματα μιλάτε; Αιτήματα υπάρχουν εκεί που μπορεί να προκύψει συμβιβασμός, εκεί που αύριο θα υπάρχει συνύπαρξη. Όταν το κίνημα παλεύει να αφοπλιστεί η αστυνομία, να καταργηθούν τα ΜΑΤ, να τιμωρηθούν οι δολοφόνοι και τελικά να φύγει η κυβέρνησή τους, δεν έχει καμία σχέση με το να ζητάς από ένα αφεντικό να σου δώσει 10 ευρώ παραπάνω, ή από έναν υπουργό παιδείας να μην εξισώσει τα κουρελόχαρτα των ΚΕΣ με τα πτυχία των ΑΕΙ. Το πρώτο είναι αντισυστημικός αγώνας, το δεύτερο είναι εντός πλαισίων. Το πρώτο απειλεί ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, το δεύτερο μπορεί να καταλήξει σε μια μέση λύση.

«Τυφλή» έκρηξη και καταστροφές

Τα καθεστωτικά ΜΜΕ αλλά και αναλύσεις από την οργανωμένη αριστερά ναι μεν δείχνουν κατανόηση στην νεολαιίστικη έκρηξη αλλά την θεωρούν «τυφλή». Αφενός με αυτή τους την τοποθέτηση τα καθεστωτικά ΜΜΕ επιχειρούν να οικειοποιηθούν (ή και να δημιουργήσουν) ένα ειρηνικό τμήμα το οποίο δήθεν ήταν και το πιο μαζικό και που απλώς ήθελε να θρηνήσει τον χαμό του Αλέξη, από ένα άλλο προφανώς μειοψηφικό (κουκουλοφόροι) που εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για να κάψει την Αθήνα και τις άλλες πόλεις. Αφετέρου οι αριστερές αναλύσεις που στέκονται στο πλάι του κινήματος, υιοθετούν κι αυτές τα περί «τυφλής» έκρηξης, διαχωρίζοντας προφανώς τον εαυτό τους από δυναμικές ενέργειες που ένα μέρος τους κατευθύνθηκε και εναντίον τζαμαριών εμπορικών καταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας.
Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τις θεωρίες περί κέντρων που οργάνωσαν τα επεισόδια και στις οποίες συγκαταλέγονται κανάλια (Σκαι), κιτρινοφυλάδες της λαϊκής δεξιάς, κυβερνητικά στελέχη, φασιστικές γκρούπες και δυστυχώς το ΚΚΕ), στοχοποιώντας ενίοτε από το ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τον αντιεξουσιαστικό χώρο που σε συνεργασία ακόμα και με τη CΙΑ κάνουν «πορτοκαλί επανάσταση» στην Ελλάδα.
Μιλάμε για απόψεις που απλώς αναφέρονται στην εκδήλωση μιας τυφλής εξέγερσης. Στην πραγματικότητα η εξέγερση δεν ήταν καθόλου τυφλή. Παρά τη διόγκωση των επιθέσεων σε καταστήματα ο κύριος όγκος των επιθέσεων ήταν κυβερνητικά κτήρια, τράπεζες και κυρίως αστυνομικά τμήματα. Η τηλεόραση υποβάθμισε συνειδητά τις επιθέσεις αυτές γιατί πλέον ακόμα και στο υποσυνείδητο των μικροαστών «νοικοκυραίων» θεωρούνται αν όχι δίκαιες τουλάχιστον δικαιολογημένες. Οι επιθέσεις και οι πολιορκίες αστυνομικών τμημάτων έγιναν από μαθητές σχεδόν σε όλες τις πόλεις ακόμα και σε χωριά των 1000 κατοίκων. Ήταν τόσες πολλές που οι περισσότερες έμειναν χωρίς δημοσιότητα. Επιπλέον δεν είχαν κανένα πασιφιστικό χαρακτήρα. Νεράντζια, πέτρες, σπάσιμο αυτοκινήτων της αστυνομίας προφανώς και δεν αποτελούν ειρηνικές εκδηλώσεις, άλλα ακριβώς το αντίθετο. Αυτό ήταν που τρόμαξε όλα τα τσιράκια του συστήματος. Τα είχαν κυριολεκτικά χαμένα. Το πρωτόγνωρο αυτό μέγεθος της αντίδρασης σχεδόν το εξαφάνισαν, για να μπορεί να λειτουργήσει το γνωστό παραμύθι των 200 κουκουλοφόρων στα Εξάρχεια.
Ο διαχωρισμός ειρηνικών και βίαιων διαδηλωτών είναι επίσης ένα παραμύθι. Φυσικά δεν πρωταγωνιστούν οι πάντες σε μια μαχητική διαδήλωση, ωστόσο ο χαρακτήρας των γεγονότων ήταν κατεξοχήν βίαιος. Κανείς από τους δεκάδες χιλιάδες μαθητές και πολίτες που βρέθηκαν επί μέρες στο δρόμο δεν είχε την αυταπάτη ότι θα συμμετείχε σε μια ειρηνική διαμαρτυρία. Αυτό μπορεί να περιόρισε ενδεχομένως μια μαζικότερη συμμετοχή που όμως δεν έγινε δυνατή περισσότερο για πρακτικούς λόγους. Όσοι προοδευτικοί άνθρωποι δεν βρέθηκαν στο δρόμο η ψυχή τους ήταν μαζί με τον κόσμο που έδινε την έμπρακτη απάντηση στην κρατική τρομοκρατία και ασυδοσία. Και το γεγονός ότι η κυβέρνηση έδωσε αρχικά την εντολή για «αμυντική» στάση της αστυνομίας, το έκανε όχι για λόγους ανθρωπισμού και κατανόησης, αλλά γιατί ο κοινωνικός συσχετισμός δεν τις επέτρεπε επιπλέον κινήσεις, όπως ενεργοποίηση του άρθρου 11 ή και παρέμβαση του στρατού. Μια τέτοια κίνηση πολύ πιθανό να επέφερε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα και τότε να μιλάγαμε όχι για τα δεκεμβριανά της νεολαίας αλλά για τον κόκκινο Δεκέμβρη Νο2
Οι καταστροφές καταστημάτων αποδείχτηκε ότι αφορούσε το πολύ 450 μαγαζιά σε όλη τη χώρα και κυρίως τις τζαμαρίες τους. Οι ζημιές παρά που διογκώθηκαν (μέχρι και για 1,5 δις γράφτηκε δεν ξεπερνούν σύμφωνα με τους εμπορικούς συλλόγους (ΝΕΤ 17/12) τα 50 εκ συνολικά. Βεβαίως σε μια κατάσταση εκτός ελέγχου κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τον ακριβή τρόπο που έγιναν, και ποιοι τέλος πάντων συμμετείχαν. Μπορεί να ήταν διαδηλωτές που χτυπώντας μια φανταχτερή βιτρίνα έδιναν ένα συμβολικό χτύπημα στον παρακμιακό καταναλωτισμό, μπορεί να ήταν μικροπαραβάτες κάθε είδους άσχετοι εντελώς με το κίνημα, ακόμα και ασφαλίτες ή και φασίστες σε ρόλο προβοκάτορα. Ότι κι αν ήταν αποτελούσε ένα παράπλευρο γεγονός, που δεν αλλάζει τον χαρακτήρα της εξέγερσης και σε καμία περίπτωση δεν την καθιστά «τυφλή». Θα ήταν σκόπιμο όσοι ομιλούν περί τυφλής έκρηξης να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα αν δεν υπήρχαν οι σπασμένες εμπορικές τζαμαρίες και μόνο οι επιθέσεις σε τράπεζες, κυβερνητικά κτίρια και την αστυνομία.
Στα κανάλια παρελαύνουν ορισμένα θύματα μαγαζάτορες των καταστροφών, αναρρωτούμενοι γιατί γίνονται όλα αυτά, γιατί κάποιοι επιτίθενται εναντίον τους. Είναι φανερό ότι αυτοί οι άνθρωποι με ότι λένε θέτουν τον εαυτό τους στο πλευρό της κυβέρνησης και του κράτους. Ακόμα κι αν γίνανε στόχοι της οργής διαδηλωτών θα έπρεπε να στραφούν εναντίον του υπαίτιου που δεν είναι άλλος από την κυβέρνηση. Εξάλλου αυτή η κυβέρνηση όσο επιμένει να παραμένει στη θέση της τότε ας βρει τους τρόπους να ικανοποιήσει τους μαγαζάτορες. Αν ήταν το κίνημα στη θέση της θα φρόντιζε εκείνο για αυτό. Όμως υπάρχει και κάτι ακόμα. Οι μαγαζάτορες ισχυρίζονται ότι οι ζημιές αγγίζουν τα 50 εκ, και την ίδια στιγμή μιλάνε ότι η συντριπτική πλειοψηφία αφορούσε τις τζαμαρίες. Επίσης γράφτηκε ότι ένα 30% είναι ασφαλισμένοι. Μήπως και αυτά τα νούμερα είναι μαγειρεμένα; Και ας μας πουν όλοι αυτοί οι νοικοκύρηδες που «δεν έχουν καταλάβει τίποτα». Εκτός από τα μαγαζάκια τους υπάρχει τίποτα άλλο σ’ αυτόν τον πλανήτη που πρέπει να μας απασχολεί; Αν όχι τότε έχουν πάρει ήδη θέση. Είναι με την αντίδραση, με την κυβέρνηση, με την καταστολή και το κράτος. Ας μην γκρινιάζουν τότε που ορισμένοι διαδηλωτές δεν τους διακρίνουν από τα κυβερνητικά κτίρια και τις τράπεζες.

Αυθόρμητο κίνημα και συνείδηση

Τις τελευταίες μέρες υπάρχει μια κάμψη των μαχητικών εκδηλώσεων. Η κυβέρνηση και τα αστικά ΜΜΕ επιχειρούν να διαχειριστούν ότι έχει αφήσει πίσω της το σαρωτικό κύμα της εξέγερσης. Προσπαθούν να «καταλάβουν» για να μην την ξαναπατήσουν, για να είναι την επόμενη φορά πιο έτοιμοι. Είναι σίγουρο ότι τις πρώτες μέρες κυριάρχησε ένας τρόμος όχι μόνο στον σκληρό κατασταλτικό μηχανισμό αλλά σε ολόκληρη την αστική τάξη. Αισθάνθηκαν ότι βρίσκονται σε μια ιδιότυπη πολιορκία, αδυνατώντας να ελέγξουν την κατάσταση. Αυτό έγινε κατανοητό και έξω από τη χώρα, σε όσους είδαν στα γεγονότα της Ελλάδας κάτι που τους αφορά. Οι εικόνες μιας ιντιφάδα σε μια ευρωπαϊκή χώρα προκαλεί σίγουρα σοκ για την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική σταθερότητα.
Οι συνειδητές δυνάμεις του κινήματος ή έστω όσες αισθάνονται μια τέτοια ανάγκη θα πρέπει να τοποθετηθούν στη νέα κατάσταση που άνοιξε ο Δεκέμβρης του 08. Μια κατάσταση που ασφαλώς συνδυάζεται με την κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος (ιδεολογικοί μηχανισμοί) και φυσικά την παγκόσμια οικονομική ύφεση. Όλα τα στοιχεία μας οδηγούν ότι μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο σκληρών αναμετρήσεων. Φυσικά στο κίνημα υπάρχουν πολλές και διαφορετικές απόψεις και καλά κάνουν. Έχει όμως σημασία αυτή τη στιγμή να οριστούν οι στόχοι. Οι μηχανισμοί προπαγάνδας του συστήματος παρεμβαίνουν σε αυτή τη διαδικασία με τον δικό τους τρόπο. Οι αθώες κουβεντούλες στα ΜΜΕ με την παρουσία μάλιστα αγωνιστών του κινήματος ανοίγουν μια τεράστια ατζέντα. Ελάτε να τα συζητήσουμε όλα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ύστατη προσπάθεια ενσωμάτωσης του κινήματος και διαχείρισης της κρίσης. Ανεξάρτητα από τι είχε ο καθένας στο μυαλό του τα πράγματα εξελίχθηκαν σε μια κατεύθυνση που δεν την περίμενε σχεδόν κανείς. Αποκαλύφθηκε ότι υπάρχει ένα τεράστιο κοινωνικό δυναμικό που επιθυμεί να συγκρουστεί με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς τους κράτους. Ότι οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί αδυνατούν να συγκροτήσουν την αναγκαία κοινωνική συναίνεση προκειμένου να λειτουργήσει ο κατασταλτικός μηχανισμός. Όλα αυτά δημιουργούν μια παραλυτική κατάσταση. Το κίνημα σε αυτή τη φάση θα πρέπει να ορίσει τους αντιπάλους του. Πολλοί αγωνιστές πιστεύουν ότι είναι η ώρα να ανοίξουν όλα τα μέτωπα. Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνει η αιτία να σκορπάνε οι δυνάμεις δεξιά και αριστερά. Το ποίος είναι αντίπαλος και τι στοχεύει αυτό το κίνημα θα πρέπει πλέον να γίνει κατανοητό από ευρύτερα τμήματα του εργαζόμενου πληθυσμού. Αυτό που έχει σημασία είναι να συστρατευθούν τα καταπιεσμένα τμήματα της κοινωνία, η νεολαία και όλος ο προοδευτικός κόσμος σε ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο. Οι νοικοκυραίοι και όσοι αναγνωρίζουν στον εαυτό τους αυτή τη συλλογική ταυτότητα θέτουν τον εαυτό τους απέναντι από αυτό το κίνημα. Είναι και αυτό αποτέλεσμα μιας κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης. Ο καθένας τοποθετείται αναλόγως και παίρνει την ευθύνη γι’ αυτό. Αυτό επίσης αφορά κόμματα και κάθε είδους ενώσεις.
Το αυθόρμητο κίνημα έχει κάνει ήδη την εμφάνισή του. Αυτό που λείπει δεν είναι πλέον η ορμή, αλλά μάλλον η συνείδηση και μια ενοποιητική στοχοθέτηση, που δεν θα ακυρώνει φυσικά κάθε άλλο στόχο. Η ανατροπή της κυβέρνησης των δολοφόνων, του βατοπεδίου, των ομολόγων, των απαγωγών, των υποκλοπών, του πλιάτσικου της δημόσιας περιουσίας και του ιδρώτα της εργατικής τάξης πρέπει να είναι ο πρώτος στόχος, ιδιαίτερα τώρα που ο δολοφόνος ειδικός φρουρός βρίσκεται κάτω από την προστασία της αστυνομίας και της κυβέρνησης. Η μη αποδοχή της έστω και εικονικής παραίτησης των Παυλόπου Χηνοφώτη από τον πρωθυπουργό είναι εμμέσως αποδοχή πολιτικής ευθύνης από το σύνολο της κυβέρνησης τόσο για την εν ψυχρώ δολοφονία όσο και για την μεθόδευση ώστε να καταλήξει σε εξ αμελείας από τα όργανα του κράτους οδηγώντας για ακόμα μια φορά στην ατιμωρησία των φυσικών αυτουργών. Ο αγώνας για να φύγει η κυβέρνηση μπορεί να αποτελέσει και ένα κρίκο ενοποίησης με την ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια, επιταχύνοντας τις εξελίξεις και μαζί μ’ αυτές τη δυνατότητα της αστικής τάξης να ισορροπήσει σε μια επόμενη κεντροαριστερή διακυβέρνηση.
Ίσως έχει φτάσει η ώρα το κίνημα να ανοίξει και μια συζήτηση που εδώ και χρόνια είχε ξεχαστεί. Υπάρχει κάτι άλλο πέρα από τη διαμαρτυρία; Υπάρχει εναλλακτική λύση μετά τον καπιταλισμό; Ίσως μετά από 4 δεκαετίες από το 68 και 2 από τη μαυρίλα του 90, η επανάσταση σηκώνει ξανά κεφάλι. Είναι καιρός να σκεφτούμε και αυτή την πιθανότητα.

Κ. Μαραγκός

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Το δίκιο έχουν οι εξεγερμένοι
Για μια εβδομάδα η εξέγερση σαρώνει την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη. Αφορμή η δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου από έναν μπάτσο. Για ακόμη μια φορά ένα όπλο που εκπυρσοκρότησε και μια σφαίρα που εξοστρακίστηκε. Την ίδια ώρα στα ΜΜΕ ξεκινάει μια θεατρική παράσταση με τον τίτλο «η βαθιά θλίψη μπροστά σε ένα μεμονωμένο περιστατικό που όλοι καταδικάζουμε» με αρχιθεατρίνο τον έλληνα πρωθυπουργό και κομπάρσους πάσης φύσεως τηλεοπτικούς αστέρες. Ο Παυλόπουλος πριν καταλάβει ότι τον παίρνει ήδη η κάμερα και πρέπει να φορέσει την μουτσούνα του «βαθιά συντετριμμένου» χασκογελούσε μαζί με τον Χηνοφώτη. Πίσω από τις κάμερες ετοίμαζαν το κουκούλωμα και αυτής της υπόθεσης, ενώ οι διμοιρίες των ΜΑΤ έπαιρναν ήδη τη θέση τους στην Αθήνα κρύβοντας το ειρωνικό χαμόγελό τους πίσω από τα κράνη τους για να αντιμετωπίσουν τις αναμενόμενες αντιδράσεις των «ταραξιών» και ο καθωσπρέπει αστικός πολιτικός κόσμος έτοιμος στη γωνία να καταδικάσει τη βία. Η εξέγερση όμως τους έκοψε τα χασκόγελα.

Η Ελλάδα ζει μια εξέγερση των νέων πρωτοφανής σε έκταση και σε αντοχή. Την Κυριακή και τη Δευτέρα η βία της εξεγερμένης νεολαίας ξέσπασε τυφλά την οργή της στις πανάκριβες και γιορτινά στολισμένες βιτρίνες του κέντρου των Αθηνών, αλλά και τη βιτρίνα μιας σάπιας και παρηκμασμένης κοινωνίας. Αλλά ξέσπασε και στοχευόμενα, ενάντια σε κάθε μπάτσο που πλησίαζε την πορεία έχοντας «αμυντικές» διαθέσεις. Κόντρα σε όσους καταδικάζουν «κάθε μορφή βίας», η αντι-βία των εξεγερμένων, είτε σωστά στοχευμένη, είτε όχι είναι καταρχήν δίκαιη. Είναι μια μικρή μόνο απάντηση στη βία που δέχονται καθημερινά οι καταπιεσμένοι. Είναι ένα ξέσπασμα απέναντι στον καθημερινό εξευτελισμό που βιώνει κάθε εργαζόμενος, κάθε άνεργος, κάθε αποκλεισμένος, κάθε νέος. Είναι η νόμιμη αυτοάμυνα μας.
Η οργή και η δίκαιη βία τρόμαξαν τους απολογητές του συστήματος. Χρόνια τώρα η μια ειρηνική διαμαρτυρία διαδεχόταν την άλλη, έχοντας κάθε φορά το ίδιο τέλος, να πνίγεται στα χημικά και τα ρόπαλα των ΜΑΤ, είτε επρόκειτο για πορεία των συνταξιούχων, είτε για κινητοποίηση των φοιτητών, των μαθητών, των δασκάλων. Χρόνια και χρόνια τώρα, κάθε αγώνας θεωρούσε νίκη όχι όταν κατόρθωνε να ανακόψει την καθημερινή αντιλαϊκή λαίλαπα, αλλά όταν «έκφρασε τη διαμαρτυρία του», πάντα κόσμια και ειρηνικά. Το μονοπώλιο της βίας ήταν για τους καταπιεστές που δεν έχουν πρόβλημα με τις ειρηνικές διαμαρτυρίες, αρκεί να τις πνίγουν σε δακρυγόνα και να τις χτυπούν όταν θέλουν. Αλλά και τότε συζητούσαν για το αν θα έπρεπε οι ειρηνικές πορείες να πηγαίνουν από το πεζοδρόμιο ή αν θα πρέπει να απαγορευτούν στο κέντρο για να μην «παρακωλύεται η συγκοινωνία». Ε, λοιπόν η νεολαία Κυριακή και Δευτέρα μπήκε ορμητικά σε αυτή τη συζήτηση και είπε την άποψή της επί του θέματος. Γι αυτό και κάθε φορά που ένας πιτσιρικάς έσπαγε τη βιτρίνα μιας τράπεζας, οι υπόλοιποι φώναζαν «γκολ»! Αλλά από την επόμενη κιόλας ο στόχος δεν ήταν οι βιτρίνες αλλά τα αστυνομικά τμήματα και τα κυβερνητικά κτίρια, δείχνοντας πως η βία δεν είναι «τυφλή» αλλά εντελώς στοχευμένη.
Οι πιο πρωτοπόροι αγωνιστές δεν προσφέρουν τίποτε στον ανθρώπινο πολιτισμό καταδικάζοντας τη βία των εξεγερμένων -και μάλιστα δεκαπεντάχρονων- ακόμη κι όταν δεν είναι ξεκάθαρα στοχευμένη. Ο ρόλος της αριστεράς δεν είναι να απολογείται στους δολοφόνους, ούτε στους πλιατσικολόγους της δημόσιας περιουσίας. Ούτε να κοινωνιολογεί για το «φαινόμενο» λες και πρόκειται για μια φυσική καταστροφή που δεν την αφορά. Είναι πρώτα να αναλάβει τις ευθύνες που της αναλογούν σε μια σύγκρουση που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη, όχι παραδίδοντας εκ του ασφαλούς μαθήματα καθωσπρεπισμού και ευπρέπειας στους χιλιάδες μαθητές και νεολαίους που βρίσκονται στους δρόμους, αλλά διευρύνοντας το μέτωπο, οργανώνοντας τον αγώνα ενάντια στην κυβέρνηση και τις δυνάμεις καταστολής.

Το ξέσπασμα της βίας τρόμαξε. Περισσότερο όμως τρόμαξε τα αστικά επιτελεία, η αδιάλλακτη αμφισβήτηση που κρύβεται πίσω από τη βία. Ακριβώς δηλαδή η δυνατότητα να γίνει συνειδητή. Δεν ήταν το δέντρο που κάηκε, αλλά το γεγονός ότι το δέντρο βρίσκονταν στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από τη βουλή. Το γεγονός ότι οι δυνάμεις καταστολής δεν μπορούσαν να το αποτρέψουν. Για μια βδομάδα η εξέγερση αμφισβητεί την κυριαρχία του Καραμανλή και των πραιτόρων του στην Αθήνα. Αλλά και σε κάθε άλλη μικρή και μεγάλη πόλη σε όλη τη χώρα. Η απίστευτη έκταση αυτής της εξέγερσης τρόμαξε το ίδιο όσο και η οργή της.

Η κυβέρνηση παραπαίει
Ο θίασος του Καραμανλή πίστεψε σε μια κόπωση και εύκολη καταστολή μετά από το πρώτο ξέσπασμα. Οι εξαγγελίες όμως για «αμυντική» αστυνομία, δεν εμπόδιζαν τους μπάτσους να ρίχνουν χημικά και σφαίρες την ώρα της κηδείας και να προκαλούν με την παρουσία τους έξω από το νεκροταφείο. Θέλει μεγάλο θράσος και τυφλότητα πια να μιλάει κανείς για «κουκουλοφόρους» και «τυφλή βία» όταν την επόμενη οι μαθητές πολιορκούν τα αστυνομικά τμήματα σε όλη την χώρα.
Ο Καραμανλής βρίσκονταν ήδη σε πολύ δύσκολη θέση και η εξέγερση τον έφερε με την πλάτη στον τοίχο δείχνοντας όλη την ανεπάρκεια του. Μια παρέα που σέρνει τη χώρα από το ένα σκάνδαλο στο άλλο, που απέδειξε πως η «νέα διακυβέρνηση» ήταν ένας τρόπος εύκολου πλουτισμού μιας κλίκας των δικών μας, την έκανε αποκρουστική ακόμη και σε τμήματα των οπαδών της. Αντιμετώπισε την οικονομική κρίση κάνοντας δώρα στους τραπεζίτες. Τώρα έβαψε τα χέρια της με αίμα. Αυτός ο θίασος ήρθε η ώρα να πάρει δρόμο. Δεν υπάρχει κανένας δρόμος συμβιβασμού με ετούτους.
Ο Παπανδρέου στην πρώτη δήλωσή του καταδίκασε το λυπηρό περιστατικό αλλά και τις αντιδράσεις του κόσμου. Έπρεπε να περάσουν δυο μέρες για να ψελλίσει πως η κυβέρνηση μάλλον θα έπρεπε να φύγει. Αλλά περισσότερο σαν διαπίστωση ενός δημοσιογράφου, και όχι σαν πολιτικό πρόταγμα του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης. Αυτή η στάση τέτοιες στιγμές λειτουργεί σαν στήριγμα μιας κυβέρνησης που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ εξαφανίστηκε και έχει πολύ καλούς λόγους γι αυτό. Τρέμει στο ενδεχόμενο να διαχειριστεί μια χώρα σε βαθιά κρίση και τον κόσμο εξαγριωμένο στους δρόμους.
Με την κυβέρνηση χαμένη, χρέη κυβερνητικού εκπρόσωπου ανέλαβε ο Καρατζαφέρης. Η αντίδραση προσπάθησε να αντιμετωπίσει την εξέγερση συσπειρώνοντας όλο το ανθρώπινο κατακάθι. Η συνταγή δοκιμασμένη. Η TV ντοπάρει στο μοτίβο των φτωχών μαγαζάτορων που χτυπιούνται από τη βία. Το φασισταριό σε ρόλο οργανωτή προσπαθεί να μαζέψει τους μπράβους της νύχτας και τους τραμπούκους Καλαμπόκες και να τους κάνει δύναμη κρούσης. Από πίσω ξανά τα κανάλια για να παρουσιάσουν το κατακάθι σαν «αγανακτισμένους πολίτες». Η πρόβα έγινε στην Πάτρα, που το τσούρμο της αντίδρασης μαζεύτηκε όχι για να προστατέψει δήθεν τα μαγαζιά, αλλά το αστυνομικό μέγαρο της πόλης,. Ακολούθησε η Κομοτηνή, αλλά η προσπάθεια να συσπειρωθεί η αντίδραση σε άλλες πόλεις δεν είχε καμιά επιτυχία. Οι κατεστραμμένοι μικροαστοί ξέρουν -και το ξέρουν καλά- ότι δεν είναι η εξέγερση που τους κλείνει τα μαγαζιά, αλλά ο Αλογοσκούφης και η παρέα του. Γι αυτό και το φασισταριό που παρίστανε τους αγανακτισμένους δεν μπορεί -προς το παρόν τουλάχιστον- να συγκροτηθεί μαζικά και οι ομάδες των τραμπούκων κρυβόταν πάντα πίσω από τα ΜΑΤ. Και όσο η αντίδραση προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι, ένα μαύρο μέτωπο συγκροτείται για να την νομιμοποιήσει και να την καλύψει πολιτικά. Εδώ εντάσσεται η φιλολογία για την κουκουλοφορία των ημερών.

Στις υπηρεσίες αυτού του μαύρου μπλοκ έτρεξε να προστεθεί και το ΚΚΕ. Κάνοντας αυτό που ξέρει να κάνει πάντα, έτρεξε να στηρίξει την αστική νομιμότητα όταν νιώθει ότι αυτή απειλείται από τους «από κάτω». Η Παπαρήγα δεν έχασε στιγμή μόλις πήρε τις εντολές από τον Καραμανλή μετά τη συνάντησή τους στο Μαξίμου.
Το αποκρουστικό της υπόθεσης είναι πως εδώ δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη απεργία ή έναν ξεκομμένο αγώνα, αλλά για μια εξέγερση, την κορυφαία στιγμή της κοινωνικής σύγκρουσης, τουλάχιστον όσον αφορά την έντασή της στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση και η χυδαία του στάση το ξεγυμνώνει στα μάτια όσων από τους οπαδούς του μπορούν να σκέφτονται στοιχειωδώς λογικά. Το γελοίο είναι πως δεν έχει πια τη δύναμη να παίξει με αποτελεσματικό τρόπο το ρόλο του εσωτερικού αστυφύλακα στο κίνημα -αν και το δοκίμασε σε σχολεία και πανεπιστήμια- με αποτέλεσμα η μόνη πραγματική βοήθεια που μπορεί να δώσει στον Καραμανλή είναι μια στήριξη στα λόγια, ίσα για να φιγουράρει με περηφάνια η Παπαρήγα και οι δηλώσεις της στα πρωτοσέλιδα των κιτρινοφυλλάδων της δεξιάς.

Η υπόλοιπη αριστερά από την άλλη πλευρά φάνηκε το ίδιο απροετοίμαστη μπροστά στην εξέγερση, αδυνατώντας και αυτή να συνειδητοποιήσει το βάθος της, την έκτασή της και τη διάρκειά της. Λειτούργησε και αυτή με αντανακλαστικό τρόπο όπως άλλωστε και ο αντίπαλος. Από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και την εξωκοινοβουλευτική αριστερά στάθηκε δίπλα στην εξέγερση χωρίς ευτυχώς αυτή τη φορά να μετανοεί μπροστά στην ελεεινή προπαγάνδα της αστικής αντίδρασης, μιλώντας για κουκουλοφόρους και προβοκάτορες .
Το σύνθημα που φώναζε το μπλοκ της Νεολαίας του ΣΥΝ στην πορεία της γενικής απεργίας: «Όταν η νεολαία δολοφονείται, η αριστερά δεν απολογείται» και η φράση «όταν η αστυνομία δολοφονεί… ο πόλεμος αρχίζει» σε προκήρυξη της ήταν αρκετή για να θέσει το ΣΥΡΙΖΑ στο στόχο της αντίδρασης. Η σφοδρή και συγκροτημένη επίθεση που δέχτηκε από τις πρώτες κιόλας μέρες τον ανάγκασε να απαντά στους επικριτές του και όχι στο κίνημα, με αποτέλεσμα τελικά να κάνει αυτό που δεν ήθελε: να απολογείται. Ακόμα κι αν γι’ αυτό χρειάστηκε η συνδρομή του Λεωνίδα Κύρκου.

Από δω και πέρα
Όμως αυτή τη στιγμή το ζήτημα δεν είναι ούτε να αναζητήσουμε τις ευθύνες ή της ανεπάρκειες της υπάρχουσας αριστεράς, ούτε να περάσουμε πριν την ώρα τους στους απολογισμούς αυτής της εκρηκτικής εβδομάδας. Αναμφισβήτητα μετά από αυτές της μέρες τίποτα δεν είναι όπως πριν και για κανέναν.
Στην εξέγερση αναδείχθηκε ένα νέο υποκείμενο, μια γενιά που δεν έχει βιώσει την ήττα, αλλά δεν έχει και τίποτα να χάσει, όχι μόνο γιατί δεν κατέχει, αλλά γιατί δεν έχει να ελπίζει τίποτα από τον καπιταλιστικό «παράδεισο». Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους λούστηκαν από κρύο ιδρώτα βλέποντας να εξελίσσεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους μια εξέγερση, που να ξεπερνάει τα όρια μιας περιορισμένης χρονικά, γεωγραφικά και σε μαζικότητα, έκρηξης. Συνειδητοποιούν ότι αυτό εδώ είναι ένα γεγονός με τεράστιο κοινωνικό βάθος και το χειρότερο (γι’ αυτούς) απ’ όλα ότι όχι μόνο δεν έχει τελειώσει αλλά μπορεί και να είναι και η αρχή μιας νέας περιόδου σκληρών και βίαιων κοινωνικών αγώνων. Ακριβώς εκεί θα πρέπει να προσανατολιστεί το ενδιαφέρον όλου του κινήματος.
Υπάρχουν δυνάμεις στο κίνημα που απεχθάνονται τα σχέδια και τους στόχους, ρίχνοντας όλο το βάρος στο τι θα γίνει τώρα. Έχουν απόλυτο δίκιο όταν πρόκειται για στόχους που αφορούν τη μεταθάνατο ζωή ή για σχέδια που επιδιώκουν μια επιστροφή στην ομαλότητα και στην καθώς πρέπει ταξική πάλη. Ή που στο όνομα ενός μακρινού στόχου υποτιμούν τα καθήκοντα της στιγμής. Όμως αν εκτιμά κανείς ότι μπαίνουμε σε μια νέα κινηματική περίοδο, και σε μια οριακή ταξική αναμέτρηση τότε χρειάζεται ένας εντελώς νέος σχεδιασμός, που να δίνει προοπτική σε ευρύτερα τμήματα καταπιεσμένων, με κατεύθυνση την ανατροπή της σάπιας καπιταλιστικής κοινωνίας μέσα από μια αποφασιστική αναμέτρηση με το αστικό κράτος. Όσοι μιλάνε για εξέγερση θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν τι ακριβώς εννοούν. Αν πράγματι το εννοούν τότε δεν έχουν παρά να προετοιμαστούν για ότι αναλογεί σε μια τέτοια περίοδο. Εκτός κι αν πιστεύουν ότι αρκεί μια αυθόρμητη και βίαιη εξέγερση για να το βάλουν στα πόδια οι καπιταλιστές και ολόκληρος ο αστικός κρατικός μηχανισμός. Αν δεν είναι ούτε αυτό, τότε όλος αυτός ο εκστασιασμός των «δεκεμβριανών της νεολαίας» δεν είναι τίποτα άλλο για ορισμένους παρά ένα είδος προοδευτικής αστικής δημοσιογραφίας.
Ο ρόλος της αριστεράς και κάθε συνειδητής αντικαπιταλιστικής δύναμης δεν είναι να κοινωνιολογίζει για τις βαθύτερες αιτίες των κοινωνικών συμπεριφορών αλλά να πάρει θέση στο οδόφραγμα, αν πραγματικά πιστεύει ότι πρόκειται περί αυτού.

Κλιμάκωση της σύγκρουσης
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται σχέδιο κλιμάκωσης της σύγκρουσης. Είναι αυτό που τρέμουν όλοι οι αστοί αναλυτές ανά την Ευρώπη. Η πιθανότητα η αυθόρμητη εξέγερση να εξελιχθεί σε μια οργανωμένη και συνειδητή αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και το κράτος. Αυτό σημαίνει όχι ανέξοδη «επαναστατική» προπαγάνδα για κάθε είδους ζήτημα, αλλά άμεσες προτάσεις δράσης για την επόμενη μέρα, για τις επόμενες ώρες. Μια σειρά από ζητήματα που φαίνονται ίσως πρακτικίστικα, είναι εξαιρετικά επείγοντα και ουσιωδώς πολιτικά για να βοηθήσουν το κίνημα και να ξεδιπλωθεί και να βρει το δρόμο του.
Αυτή τη στιγμή ο δρόμος της σύγκρουσης περνά μέσα από τον να εξαναγκάσουμε σε παραίτηση το θίασο του Καραμανλή. Αυτή τη στιγμή το σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση των δολοφόνων» βρίσκεται σχεδόν σε όλές τις ανακοινώσεις. Ωστόσο μοιάζει σαν να είναι ένα προπαγανδιστικό αίτημα, μέσα σε μερικά ακόμα. Στην πραγματικότητα δεν είναι το κεντρικό ζήτημα. Στις διαδηλώσεις συνεχίζουν να κυριαρχούν τα συνθήματα οργής παρά τα συνθήματα που να δίνουν μια προοπτική, θέτοντας τον επόμενο στόχο. Ένας αγώνας δεν μπορεί να συνεχιστεί, ούτε περισσότερο να γενικευτεί πάνω μόνο στο σύνθημα μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι, ούτε στο «μπάτσοι μ… σκοτώνεται παιδιά». Ούτε μόνο σε συνθήματα «για να πάει ο Κούγιας από εξοστρακισμό. Φυσικά και πρέπει να εκφραστεί όλη η οργή για τους δολοφόνους, αλλά μετά από αυτό υπάρχει κάτι άλλο;
Σε πολλούς αγωνιστές το σύνθημα «να πέσει η κυβέρνηση» προκαλεί μια καχυποψία. «Μα καλά εμείς παίζουμε το κεφάλι μας, σκοτωνόμαστε στους δρόμους για να πέσει ο Καραμανλής και να έλθει ο Παπανδρέου»; Τι προτείνουμε δηλαδή μια κοινοβουλευτική εναλλαγή; Για αυτό να μην λέμε κάτω η ΝΔ, αλλά κάτω το σύστημα ή το κράτος.
Αν κανείς προσπαθεί να τοποθετηθεί ανάμεσα στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, τότε έχει απόλυτο δίκιο να σκέφτεται έτσι. Όμως το σύνθημα αυτό δεν αφορά την ιδεολογική ή αξιακή τοποθέτηση του καθενός, δεν είναι μια αντιπαράθεση ιδεών σε άσχετο χρόνο, αλλά μια πραγματική μάχη. Δεν έχει να κάνει με μια ακίνδυνη και ανέξοδη θεωρητική στάση, απέναντι στο κράτος, τη ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ, αλλά με τη δυνατότητα να δοθεί ένα ισχυρό χτύπημα στον αντίπαλο. Η ΝΔ σήμερα είναι ο πολιτικός εκπρόσωπος του αστικού κράτους. Δεν είναι απλώς μια μαριονέτα που το αστικό κράτος μπορεί να αλλάζει όποτε του κατέβει στο κεφάλι. Το κράτος της αστικής δημοκρατίας, υπάρχει, όχι απλά σαν ένας απρόσωπος μηχανισμός, αλλά σαν ένας μηχανισμός που διευθύνεται κάθε φορά από ορισμένους πολιτικούς εκπροσώπους στη βάση μιας ορισμένης κοινωνικής συναίνεσης. Όταν αυτό το πολιτικό προσωπικό αλλάζει μέσα από τις θεσμικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο και σε ένα κλίμα κοινωνικής ειρήνης δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. ‘Όταν όμως αυτό γίνεται κάτω από τη σφοδρή και βίαιη αντίδραση του κινήματος τότε η απότομή και πριν την ώρα της πτώση μιας κυβέρνησης δεν είναι απλά μια κοινοβουλευτική διαδοχή, αλλά το άνοιγμα μιας νέας περιόδου, που το κίνημα και όχι απλά η κάλπη αποφασίζει ποιος θα είναι ή τέλος πάντων ποιος δεν θα είναι στην κυβέρνηση. Το να βρίσκεται το αστικό κράτος ακέφαλο εκεί που δεν το περιμένει και χωρίς μια κυβέρνηση που να μπορεί να κάνει ήρεμη τη δουλεία της ισούται με μια προεπαναστατική περίοδο. Πρέπει επιτέλους να το καταλάβουν όλοι: Είτε θέλεις να ανατρέψεις το κράτος, είτε να ρίξεις μια κυβέρνηση από τα κάτω και τα αριστερά, δεν θα μπορέσεις να αποφύγεις τελικά το καθήκον ότι θα πρέπει να ανατρέψεις την κυβέρνηση. Ή μήπως θα πέσει το κράτος χωρίς να πέσει η κυβέρνηση;
Το ΠΑΣΟΚ υποτίθεται ότι θέλει να φύγει η κυβέρνηση για να αναλάβει αυτό. Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή αυτό φαίνεται σαν τη μόνη ρεαλιστική λύση, και γι’ αυτό όταν ακούει κανείς για «πτώση της κυβέρνησης» είτε είναι αναρχικός, είτε μια γιαγία στο μυαλό τους έρχεται αυτόματα το ΠΑΣΟΚ σαν διάδοχη λύση. Αυτό δεν έχει να κάνει με προτιμήσεις αλλά με την πραγματικότητα. Σε ποια όμως πραγματικότητα; Σε αυτή που έχουμε τώρα. Ας σκεφτούμε όμως τον Καραμανλή να παραιτείται εν μέσω αυτής της αναταραχής; Θα έπρεπε το κίνημα να ντυθεί στα μαύρα ή να πανηγυρίσει μια τέτοια εξέλιξη; Μήπως τότε θα πρέπει να σταματήσουμε; Ε όχι βέβαια. Ναι αλλά μήπως αυτό εκτονώσει τον αγώνα; Όχι γιατί ένας αγώνας δεν εκτονώνεται επειδή δεν ικανοποιείται ένας στόχος, αλλά γιατί φαίνεται πλέον μάταιος σε αυτούς που τον διεξάγουν. Για παράδειγμα η παραμονή αυτής της κυβέρνησης θα απογοητεύσει πολύ περισσότερο τον κόσμο που βρίσκεται στο δρόμο, οδηγώντας όχι απλά στην εκτόνωση αλλά στην ήττα του κινήματος. Τότε ο Παπανδρέου θα έλθει καβάλα στην ήττα και την απογοήτευση και αφού πρώτα ο Καραμανλής έχει κάνει τη βρώμικη δουλεία για το σύστημα και το κράτος. Αντιθέτως μια πτώση της κυβέρνησης όσο το κίνημα είναι στην επίθεση θα είναι προάγγελος ενός ανάλογου τέλους για την επόμενη κυβέρνηση που θα αναλάβει να διαχειριστεί τις υποθέσεις του κράτους και φυσικά των αφεντικών. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι το σύστημα δεν έχει άπειρες εναλλακτικές λύσεις. Γι’ αυτό και τους πιάνει κρύος ιδρώτας όταν βλέπουν ότι τα κουκιά δεν τους βγαίνουν και την ίδια στιγμή ο κόσμος αντιδράει στους δρόμους.
Μια οποιαδήποτε εναλλακτική λύση από τη μεριά του κινήματος, δεν μπορεί να προέλθει χωρίς πρώτα από όλα να καούν τα μπαλαντέρ των υπαρκτών εναλλακτικών επιλογών της αστικής διαχείρισης. Από εκεί και πέρα στο παιχνίδι υπεισέρχονται μια σειρά από αστάθμητους παράγοντες και μη ελεγχόμενες μεταβλητές.
Ένα οποιοδήποτε επαναστατικό σχέδιο δεν μπορεί να τρέξει παρά μόνο σε αντίστροφη σχέση με την αστική πολιτική σταθερότητα. Μπορεί βεβαίως κανείς να πει ότι υπάρχει η λύση μιας μη δημοκρατικής διεξόδου. Καμία αντίρρηση, αλλά αυτό ισχύει για όλους τους αντίπαλους. Το βαθύ αστικό κράτος δεν μπορεί να έχει ούτε αυτό στο τσεπάκι του. Μια οποιαδήποτε εκτροπή από τα θέσφατα του κοινοβουλευτισμού, θα μπορούσε να φέρει εντελώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά της επιβολής του νόμου και της τάξης.
Ο πραγματικός αγώνας για να πέσει η κυβέρνηση είναι ταυτόχρονα πραγματικός αγώνας ενάντια στο καθεστώς και το κράτος. Ακόμα κι αν η κυβέρνηση δεν πέσει ακριβώς στους δρόμους αλλά μέσα από μια αγωνιώδη -εκλογική- προσπάθεια του κράτους να ξαναπατήσει στα πόδια του επιδιώκοντας μια νέα κοινωνική συναίνεση στο πρόσωπο πλέον ενός νέου διαχειριστή (πχ του ΠΑΣΟΚ). Αυτό δεν ακυρώνει το αγώνα, ούτε πρόκειται περί καπηλείας. Σε τελευταία ανάλυση η καπηλεία είναι μια καθημερινή υπόθεση και γίνεται ακόμα ευκολότερη όταν στην αρένα μείνει ο ένας. Μήπως σήμερα δεν καπηλεύεται ο καθένας (από τους δημοσιογράφους μέχρι όχι μόνο το ΠΑΣΟΚ αλλά και διάφορους γελοίους βουλευτές της ΝΔ) την τρέχουσα εξέγερση επιχειρώντας να την εντάξουν στο κατασκεύασμα της «γενιάς των 700 ευρώ», ή στη «δίκαιη οργή των 15χρονων παιδιών» που όμως όλοι αυτοί οι «ειρηνικοί» σημερινοί διαμαρτυρόμενοι και αύριο ενταγμένοι στο σύστημα δεν έχουν καμία σχέση με τους χαοτικούς, περιθωριακούς που σπάνε και καινε μαγαζιά;
Όλοι θα τρέξουν να εισπράξουν από αυτό το κίνημα οργής. Ακόμα και τα φασιστόμουτρα. Σιγά που θα μας ρωτήσουν κιόλας. Και ταινίες θα γυρίσουν (για το μίσος) και φράγκα θα βγάλουν.

Διεύρυνση του κοινωνικού μετώπου
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Η σημερινή εξέγερση, όσο κι αν μας εκστασιάζει το μέγεθός της και η έντασή της, συνεχίζει να έχει ένα εξαιρετικά αδύναμο σημείο. Παραμένει εγκλωβισμένη στη νεολαία. Η εργατική τάξη περισσότερο κράτησε μια στάση συμπάθειας πάρα ενεργητικής συμμετοχής, παρά μόνο σε μειοψηφικό επίπεδο και κυρίως μέσα από την παρουσία της σε πολιτικά μπλοκ κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων. Ακόμα και αυτές οι διαδηλώσεις παρά τον εκρηκτικό τους χαρακτήρα, δεν είχαν τη μαζικότητα που θα αναλογούσε όχι μόνο στο γεγονός αλλά και στη γενικότερη κατάσταση (βατοπέδια, ομόλογα, ταμεία, κρίση, φτώχεια, ανεργία κλπ.) Με άλλα λόγια μπορεί να λέμε ότι η δολοφονία έγινε η αφορμή να εκφραστεί μια υποβόσκουσα κοινωνική δυσαρέσκεια αλλά αυτό δεν έγινε έτσι ακριβώς αντιληπτό από ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης αλλά και άλλων στρωμάτων που βρίσκονται λίγο πριν τη χρεοκοπία. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευτεί από το κίνημα σαν στάση αποδοχής της κυβέρνησης, του νόμου και της τάξης. Με δεδομένο τώρα ότι μια κλιμάκωση της σύγκρουσης στους δρόμους αυτή τη στιγμή μάλλον εξαντλεί τη δυναμική της, θα πρέπει ο αγώνας να προσανατολιστεί στην συντήρηση της έντασης, μεγαλώνοντας το κοινωνικό εύρος του κινήματος, χωρίς η πρωτοπορία του, ή έστω τα πιο δυναμικά του κομμάτια να χάνουν την αυτοτέλειά τους. Ακόμα και μια αναζωπύρωση των συγκρούσεων, απαιτεί νέες δυνάμεις, αλλά πάνω από όλα ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους. Μια κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει επί μακρόν μόνο συγκρούσεις για την οργή. Το σύνθημα να φύγει τώρα η κυβέρνηση μπορεί να ενώσει όχι μόνο αυτούς που βρίσκονται τώρα στο δρόμο, αλλά και όλους όσους έδωσαν τη μάχη το προηγούμενο διάστημα (δάσκαλοι, φοιτητές, λιμενεργάτες, ολυμπιακή, ασφαλιστικό) χωρίς όμως να καταφέρουν να κάμψουν την αντίσταση της κυβέρνησης και επομένως του κράτους. Το σύνθημα να πέσει η κυβέρνηση, είναι και ο μόνος τρόπος για να ανοίξει ξανά ο φάκελος του ασφαλιστικού, του ν-π στα πανεπιστήμια, των ιδιωτικοποιήσεων κ.ο.κ. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι μπορεί να λειτουργήσει και σαν καταλύτης για ολόκληρη τη νεολαία που μπήκε απότομα στο πολιτικό παιχνίδι χωρίς να είναι καλεσμένη για να τα κάνει γυαλιά καρφιά. Το ζήτημα τώρα είναι να μην φύγει το ίδιο απότομα όπως ήλθε.
Ο καθένας που συμμετέχει στο κίνημα έχει τις ιδεολογικές του αναφορές, αξίες που τον ενώνουν και τον χωρίζουν με άλλους. Αυτό όμως δεν μπορεί να μπει εμπόδιο για κοινές στοχεύσεις ακόμα κι αν υπάρχουν διαφορετικές επιδιώξεις. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να θέλει να πέσει η κυβέρνηση για να πάρει μερικά υπουργεία σε μια επόμενη κυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί ορισμένοι αντιεξουσιαστές να θέλουν να πέσει η κυβέρνηση για να χτυπηθεί το κράτος, ενώ άλλοι αναρχικοί ενώ παλεύουν ενάντια στο κράτος δεν μιλάνε για την κυβέρνηση μήπως και ταυτιστούν με το ΠΑΣΟΚ ή έστω με μια κοινοβουλευτική λύση. Στην πραγματικότητα δεν έχει καμία σημασία τι έχει κανείς στο πίσω μέρος του μυαλού του. Σημασία έχει να ανοίξουμε το δρόμο. Αν ο ρεφορμισμός θέλει να μείνει στη μέση του δρόμου ας μείνει. Αν υπάρχουν δυνάμεις που επιθυμούν και θέλουν να φτάσουν μέχρι το τέλος, όχι στη φαντασία τους, αλλά στην πράξη, όχι για να σώσουν την ψυχή τους αλλά για να τσακίσουν τα κόκαλα στους καπιταλιστές και το πολιτικό τους εποικοδόμημα ας συνεχίσουν μέχρι τέλος.
Ότι και έχει κανείς στο μυαλό του, ας το πει στα ίσα. Αυτό αρκεί για να τον διαχωρίσει με όλους τους υπόλοιπους. Όμως αν δεν δείξει και το δρόμο είναι απλά γελοίος. Η επανάσταση ή θα είναι πραγματικότητα ή θα είναι μια φαντασίωση. Στο φαντασιακό κενό μπορεί κάνει να λεει ότι θέλει. Εκεί όμως που όλα κρίνονται είναι στην πραγματικότητα, απέναντι στον αντίπαλο και τους μηχανισμούς του. Όσο το κίνημα δεν ξεκαθαρίζει τον αντίπαλό του, όσο τον ψάχνει στο Ζόναρς και στο life style του αστικού καταναλωτισμού θα τελειώσει αφού πρώτα γελοιοποιηθεί και συκοφαντηθεί από τους κάθε είδους ψυχαναλυτές της αστικής αντίδρασης. Αντίθετα αν σταθεί πολιτικά στα πόδια του, δείξει επιτέλους με ξεκάθαρο τρόπο, έναν πραγματικό αντίπαλο με χέρια, πόδια και κεφάλια, τότε ο δρόμος θα είναι αντίστοιχος των προσδοκιών αυτής της μεγάλης βδομάδας.

Μπροστά στην καμπή
Ο αγώνας τώρα βρίσκεται σε μια καμπή. Το αν θα συνεχιστεί με την ίδια ένταση για ακόμα μια βδομάδα δεν είναι καθόλου σίγουρο. Πολλά θα εξαρτηθούν από αστάθμητους παράγοντες και πιθανά λάθη του αντιπάλου. Το γεγονός ότι τις τελευταίες μέρες παίζεται ένα παιχνίδι κέντρου από όλες τις πλευρές, περισσότερο μοιάζει με μια ανανγνωριστική ανίχνευση των στρατοπέδων παρά για τη λήξη της αναμέτρησης. Ίσως η πανελλαδική της Πέμπτης 18/12 μας δώσει κάτι καινούργιο, ίσως όχι. Σε αυτή τη φάση τα σχέδια για μια επανεμφάνιση στις 9/1 την επέτειο της δολοφονία του Τεμπονέρα και άλλα συναφή δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Βρισκόμαστε σε μια φάση που δεν έχει κανείς τη δυνατότητα να σχεδιάζει και μάλιστα με το ρουτινιάρικο τρόπο που το έκανε τις προηγούμενες ένα δύο δεκαετίες. Ας το καταλάβουν επιτέλους όλοι: Η εποχή της μονόλεπτης «συγκροτημένης» σύγκρουσης μπροστά στα λουλουδάδικα έχει λάβει οριστικό τέλος. Καθένας που θα επαναληφθεί σε αυτό το επίπεδο θα προκαλεί από δω και στο εξής μόνο τα γέλια. Επίσης τέλος έχουν λάβει οι συμβολικές επιθέσεις θεαματικού χαρακτήρα. Όλα αυτά είναι καλά για να ξυπνήσουν συνειδήσεις, για να ανάψουν τα αίματα. Όταν όμως ξεκινάει η πραγματική αναμέτρηση, τότε κάθε τι θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυτή τη νέα φάση. Όντως είναι δύσκολο για πολλούς να αλλάξουν συνήθειες, να υπερβούν το εαυτό τους και πάνω απ’ όλα τα κλισέ που μέχρι τώρα τους έδιναν έναν λόγο ύπαρξης και ένα μοναδικό ρόλο στην αρένα.

Η κινητοποίηση δίπλα στις δυνάμεις καταστολής του φασισταριού, από κοινού με εμπόρους ναρκωτικών, προαγωγούς, και άλλες ομάδες του υποκόσμου με την συνδρομή ή έστω την συναίνεση του κομματικού δεξιού παρακράτους, σε Πάτρα, Κομοτηνή, Λάρισα και Χαλάνδρι απαιτεί από το κίνημα μέτρα αυτοάμυνας. Όσο κι αν η λέξη περιφρούρηση φέρνει στο νου τη σταλινική αστυνομία, θα πρέπει να μην συγχέονται οι δυο αυτές περιπτώσεις. Για το ΚΚΕ περιφρούρηση σημαίνει καμία σύγκρουση, πορείες μακριά από τον στόχο, περιφρουρήσεις αστυνομικών τμημάτων. Καμία σχέση με αυτά. Το κίνημα πρέπει να περιφρουρηθεί από τις συμμορίες που θα ριχτούν εναντίον του.
Η επανάσταση είναι το πανηγύρι των καταπιεσμένων όχι με την έννοια που το αντιλαμβάνονται ορισμένοι χάχες. Ας μην παίρνουμε τις μετρητοίς λέξεις που έχουν γραφτεί για άλλο σκοπό. Κάθε κινητοποίηση των καταπιεσμένων θα συντριφτεί από την αστική αντίδραση και τις δυνάμεις του κράτους και του παρακράτους αν και εφόσον μπει σε μια ανοιχτή αναμέτρηση μαζί τους, στο βαθμό που υποτιμήσει τα πρακτικά καθήκοντα που αναλογούν στο επίπεδο της αντιπαράθεσης. Η υπευθυνότητα μάλιστα που αντιμετωπίζει κάθε κίνημα αυτά τα ζητήματα, είναι και απόδειξη του πραγματικού βάθους που έχει.
Στο βαθμό που το κίνημα βάλει πολιτικούς στόχους και οργανωθεί κατάλληλα, τότε μπορεί να κλιμακωθεί αποφασιστικά ο αγώνας. Μαζί με αυτά όμως χρειάζονται και τα κατάλληλα όργανα, που ήδη λειτουργούν τόσο στο κέντρο όσο και περιφερειακά. Θα πρέπει όμως να δημιουργηθεί ένα πανελλαδικό συντονιστικό δράσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνει την αξία του ότι υπάρχει σήμερα. Κέντρα αγώνα που εκτός από οργή θα εκφράζουν και την αποφασιστικότητα του. Μια αποφασιστικότητα που θα δώσει τη δυνατότητα και σε άλλα κομμάτια της κοινωνίας να κατέβουν στους δρόμους. Που μέχρι στιγμής αν και είναι εξίσου οργισμένα στηρίζουν την εξέγερση μόνο παθητικά. Γιατί αν για τη νεολαία είναι αρκετή η οργή για να τη βγάλει στο δρόμο, οι μεγαλύτερες γενιές χρειάζονται και μια ρεαλιστική προοπτική νίκης και ένα κίνημα που θα δείχνει την αποφασιστικότητα να νικήσει.
Σε ετούτη τη λογική η αριστερά που δεν αρκείται να κοινωνιολογεί θα πρέπει να στήσει ένα δίκτυο τέτοιο που θα της επιτρέψει να παλέψει μέσα στο ζωντανό κίνημα στην κατεύθυνση μιας επαναστατικής προοπτικής.
Η εξέγερση είναι μπροστά μας. Το μέλλον μας περιμένει να το διαμορφώσουμε.

Να τιμωρηθούν οι δολοφόνοι του 16χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου
Να διαλυθούν όλες οι δυνάμεις καταστολής των κοινωνικών αγώνων
Καμία υποχώρηση μέχρι να φύγει η κυβέρνηση των δολοφόνων
Καμία ανοχή, καμία υποστήριξη σε οποιοδήποτε διάδοχό της


Αθήνα 16/12/2008
Ηλεκτρονικό δελτίο Avantgarde
Κολεκτίβα Κόκκινη Ορχήστρα

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

13 Δεκέμβρη – Μέρα Κινητοποίησης Κατά των Ευρωπαϊκών και Ελληνικών Πολιτικών για τη Μετανάστευση
Η Ευρώπη-Φρούριο ορθώνει το πιο σκληρό της τείχος απέναντι σε μετανάστες-τριες και πρόσφυγες. Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση που επικυρώθηκε τον Οκτώβρη που μας πέρασε συμπυκνώνει και επεκτείνει όλες τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές των τελευταίων ετών στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Εντείνει την καταστολή και την επίβλεψη στα σύνορα, θέτει αυστηρά όρια στις δυνατότητες νομιμοποίησης και κοινωνικής εξίσωσης, εξωτερικοποιεί τα σύνορά της, επιτίθεται στο άσυλο και περιορίζει τη χορήγησή του ακόμα περισσότερο.Σε συνδυασμό με την περίφημη "Ντιρεκτίβα του Αίσχους", και τη βαρβαρότητα που φέρνει στα ζητήματα κράτησης, απέλασης και επανεισόδου των προσφύγων που απελπισμένοι προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα της ΕΕ, επίσης δημιούργημα του χρόνου που τελειώνει σε λίγο, αποτελούν τη νομική έκφραση του πολέμου που έχει κηρυχθεί κεντρικά Ευρωπαϊκά απέναντι στη μετανάστευση.
Το Ελληνικό κράτος, όχι απλά δεν πάει βήμα πίσω σε όλα αυτά, αλλά φροντίζει να πρωτοπορεί στις εξελίξεις και στις προτάσεις για το σχεδιασμό τους. Άλλωστε, στην πρακτική του έχει αποδείξει πως δε χρειάζεται ντιρεκτίβες της Κομισιόν για να ασκήσει την πλεόν μισάνθρωπη και ρατσιστική πολιτική. Συνεχίζει να δημιουργεί προβλήματα σε όσους και όσες μετανάστες και μετανάστριες δικαιούνται νόμιμα την άδεια παραμονής, καθυστερώντας εξοργιστικά την ανανέωσή της, αρνείται το δικαίωμα της εργασίας και συνεπώς της αυτόνομης και αξιοπρεπούς διαβίωσης στους αιτούντες άσυλο επαναφέροντας σε ισχύ διατάξεις για χρόνια θαμμένες, κάνει τα στραβά μάτια (και πιστεύει πως είμαστε και οι υπόλοιποι-ες "στραβοί") απέναντι στο τεράστιο ζήτημα της χορήγησης υπηκόοτητας και ίσων δικαιωμάτων στα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής, προτείνοντας τώρα, μετά από χρόνια διεκδικήσεων του αντιρατσιστικού και μεταναστευτικού κινήματος, λύσεις ήδη παρωχημένες και ξεπερασμένες από την κατάσταση.
Η συγκυρία μας επιβάλλει ένα σχόλιο, που χρόνια επαναλαμβάνεται, αλλά ήρθε με τραγικό τρόπο η ώρα να το κάνουμε με τη δυσάρεστη αίσθηση της επαλήθευσης. Οι σφαίρες του Σαββάτου που σκότωσαν τον 15χρονο Αλέξη, ήταν οι ίδιες που σκοτώνουν χρόνια τώρα μετανάστες! Το ξεσάλωμα του αστυνομικού κράτους και των δυνάμεων καταστολής προετοιμάζεται και εξασκείται καιρό τώρα πάνω στο σάκο του μποξ που αποτελείται από μετανάστες, πρόσφυγες, τσιγγάνους, ομογενείς και κάθε άλλον που παρουσιάζει "εκ γενετής αποκλίνουσα συμπεριφορά". Σε προκήρυξη του 2000, με αφορμή τη δολοφονία του 18χρονου Νίκου Λεωνίδη, πρόσφυγα από την πρώην ΕΣΣΔ, γραφόταν: "Κινδυνεύουμε από την ρατσιστική αστυνομική βία όλοι μας, μετανάστες και μη. Δυστυχώς ο Λεωνίδης και ο Μάρκο Μπουλάτοβιτς (17χρονος Σέρβος μαθητής, δολοφονημένος από σφαίρα μπάτσου το '98) δεν ζουν για να το επιβεβαιώσουν....". Το μόνο που παρενέβη μεταξύ αυτού και της σημερινής συγκυρίας ήταν (μεταξύ άλλων) πολλοί ακόμα θάνατοι προσφύγων στον πάτο του Αιγαίου και στις νάρκες του Έβρου, η δολοφονία του Τόνυ Όνουα, ο εξευτελισμός και το ξύλο στο ΑΤ Ομόνοιας, οι απαγωγές των Πακιστανών, η μόλις πριν από μια βδομάδα δολοφονία του Πακιστανού μετανάστη λίγο παραπέρα από το Τμήμα Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη. Η ευκολία με την οποία πατήθηκε η σκανδάλη από τον ειδικό φρουρό το περασμένο Σάββατο, δημιουργήθηκε από και στηρίχτηκε στη σιωπή που σε γενικές γραμμές διάλεξε η ελληνική κοινωνία απέναντι σε όλα αυτά τα περιστατικά.

Για όλα αυτά,το Σάββατο 13 Δεκέμβρη συγκεντρωνόμαστε στη 1μμ στο Άγαλμα του Βενιζέλου και στις 3μμ διαδηλώνουμε στο κέντρο της πόλης!
-Νομιμοποίηση όλων των μεταναστών και μεταναστριών χωρίς όρους-Υπηκοότητα στα παιδιά μεταναστευτικής καταγωγής που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Ελλάδα-Να καταργηθούν οι τελευταίες Ευρωπαϊκές Αντιμεταναστευτικές Συμφωνίες
Μας εκμεταλλεύονται τα ίδια αφεντικά,μας σκοτώνουν οι ίδιες σφαίρες, ας βρεθούμε σε κοινούς αγώνες!
ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣwww.socialcenter.gr

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ…
…και τα πράγματα μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ δεν πάνε καλά. Η αργή, αλλά σταθερή, πτώση των ποσοστών μας στα γκάλοπ, ποσοστά που ευτυχώς ακόμη είναι ψηλά, δεν είναι παρά ένα μονάχα από τα δείγματα φθοράς. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πάρει πολύ δραστικά μέτρα για να ξαναβρεί την επαφή με τους εργαζόμενους που είχε συγκινήσει πρωτύτερα και που τώρα, στο πιο μεγάλο κομμάτι τους, αρχίζουν και του στρέφουν την πλάτη. Δεν είναι επιτρεπτό σε τέτοιο σκηνικό κρίσης από την παγκόσμια ελεύθερη πτώση των χρηματιστηρίων, ως το Βατοπέδι, ο ΣΥΡΙΖΑ να χάνει το βηματισμό του. Ο κόσμος της Αριστεράς περιμένει ξεκάθαρες τοποθετήσεις για το ποιος θα πληρώσει τα σπασμένα της κρίσης, αν καταφέρει να αναλάβει στο μέλλον ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνητικές ευθύνες.
«Η ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ»! μας λέει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ
Αυτό όμως σημαίνει πως
ü θα πληρώσουν οι πλούσιοι,
ü σημαίνει πως όλες οι τράπεζες, η εκκλησιαστική περιουσία και μια σειρά κρίσιμες επιχειρήσεις θα εθνικοποιηθούν χωρίς αποζημίωση,
ü πως την εγγύηση μιας διαφορετικής πορείας της οικονομίας θα τη δώσει ο εργατικός έλεγχος στα λογιστικά βιβλία των κρατικών, αλλά και των σημαντικών ιδιωτικών επιχειρήσεων.
ü Σημαίνει πως οι επενδύσεις θα πάνε για μαζικές προσλήψεις, κύρια για ΥΓΕΙΑ και ΠΑΙΔΕΙΑ, για να καλυφθούνε ανάγκες των εργαζομένων και των νέων.
ü Σημαίνει ριζικές περικοπές των στρατιωτικών δαπανών, των κονδυλίων για την αστυνομία και τις φυλακές.
ü Σημαίνει πλήρη δικαιώματα – μαζί και υπηκοότητα – για όλους τους μετανάστες, που είναι το πιο χτυπημένο οικονομικά και κοινωνικά κομμάτι της εργατικής τάξης. Γι αυτό μπορεί και πρέπει να γίνει ο πιο μαχητικός συμπαραστάτης των ντόπιων εργατών για να υπερασπιστούμε όλοι μαζί τα κοινά μας συμφέροντα από τους κεφαλαιοκράτες.
ü Σημαίνει όχι μόνο να γυρίσουν αμέσως οι Έλληνες φαντάροι από Βαλκάνια, Σομαλία, Αφγανιστάν. Σημαίνει πως, από την πρώτη ώρα που θα αναλάβει καθήκοντα μια αριστερή κυβέρνηση, θα αποχωρίσουμε άμεσα από το ΝΑΤΟ, θα έρθουμε σε πλήρη ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και θα κλείσουμε για πάντα τις βάσεις.
ü Σημαίνει πως η νέα κυβέρνηση της Αριστεράς θα κόψει οριστικά τους τσαμπουκάδες στα Βαλκάνια και θα αναγνωρίσει το Μακεδονικό κράτος με το όνομά του, και θα ανοίξει επιτέλους τις πύλες των συνόρων για ΟΛΟΥΣ τους πολιτικούς πρόσφυγες του εμφυλίου και τα παιδιά τους.
Υπάρχει έστω και ένας οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ που βάζει το χέρι του στη φωτιά ότι τα πιο πάνω είναι εγγυημένα, μόλις και όταν αναλάβει την κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ με τους πιθανούς μελλοντικούς συμμάχους;
Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δείχνει όλο το πρόβλημα που υπάρχει μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ. Τι θέλει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Ως τώρα δεν το έχει πει ξεκάθαρα στον κόσμο.
Ο διάλογος για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει καθόλου στους εργαζόμενους ότι ξέρουμε τι θέλουμε σε γενικές γραμμές και ότι απλώς ψάχνουμε τις πιο ακριβείς εκφράσεις, τις πιο σωστές διατυπώσεις για το πρόγραμμά μας. Οι έξι προτάσεις του Αλαβάνου και στη συνέχεια τα 15 του σημεία είναι προβληματικά, όχι τόσο για την διαδικαστική τους αυθαιρεσία, αλλά για το περιεχόμενό τους.
Θέλουμε μια καλύτερη «Κεντροαριστερά» από αυτήν του Σημίτη, ή θέλουμε να ικανοποιήσουμε τις εργατικές ανάγκες σε βάρος των καπιταλιστών; Να, πάνω σε τι πρέπει να τοποθετηθεί καθαρά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Το ξεκάθαρο στίγμα, η έκκληση για συγκεκριμένη πάλη, με συγκεκριμένο στόχο, είναι το καθήκον μιας ηγεσίας και όχι ο ρητορικός στόμφος.

Και τι γίνεται με τη λειτουργία του ΣΥΝ);
Ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί σαν κόμμα ανολοκλήρωτο, συγκροτημένο σε ομοσπονδιακή βάση. Το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι του, οργανωτικά και κοινωνικά, το αποτελεί ο ΣΥΝ. Όμως, αυτό το κόμμα χαρακτηρίζεται από το δίπολο: αριστερή ρητορεία και παθητικότατα μέλη. Ακόμα και στην πορεία του Πολυτεχνείου κατεβαίνει στο δρόμο ένα μικρό κλάσμα των μελών του ΣΥΝ, δε μιλάμε να μπορέσουν να κινητοποιήσουν κι άλλους. Ταυτόχρονα, σε κάθε σοβαρή εσωκομματική διαδικασία τα ίδια αυτά παθητικά μέλη ξαφνικά ζωντανεύουν και εμφανίζονται σε μαζικούς αριθμούς και στηρίζουν με την ψήφο τους τη σημερινή ηγεσία και τους δεξιούς «ανανεωτές». Όλα τα παραπάνω δεν ισχύουν για τη Νεολαία του ΣΥΝ, αλλά μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ το βάρος το έχει το κόμμα του ΣΥΝ και όχι η οργάνωση νεολαίας.
Υπάρχει κάποια ελπιδοφόρα κίνηση μέσα στο ΣΥΝ προς τα αριστερά;
Πριν λίγες μέρες βγήκε στη δημοσιότητα ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που υπογράφουν τρία μέλη της ΚΠΕ του ΣΥΝ, γνωστό ως τα «16 σημεία». Το ύφος του κειμένου δεν ξεσηκώνει τον ενθουσιασμό, δεν ηλεκτρίζει για δράση. Θυμίζει περισσότερο ανιαρή ακαδημαϊκή ανακοίνωση παρά έκκληση για μάχη. Όμως το περιεχόμενό του είναι πολύ διαφορετική περίπτωση. Το κείμενο των «16 σημείων» υπερασπίζει τον μαρξισμό και τη σοσιαλιστική προοπτική απέναντι στον κεϋνσιανισμό και την κεντροαριστερά. Ακόμα, δηλώνεται ξεκάθαρα πως την κρίση πρέπει να την πληρώσουν τα αφεντικά, με βαριά φορολογία και κρατικοποιήσεις χωρίς αποζημίωση και πρώτα από όλα οι τράπεζες με πλήρη εθνικοποίηση. Ο εργατικός έλεγχος, οι επενδύσεις για τις ανάγκες των εργαζομένων και το κόψιμο των στρατιωτικών δαπανών είναι μερικά χαρακτηριστικά ζητήματα που αναδεικνύουν τα «16 σημεία». Δυστυχώς, το κείμενο σταματά εκεί που αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον. Θέλουμε να υποθέσουμε πως οι συντάκτες του ετοιμάζουν κάποια συνέχεια με τις άμεσες ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ των «16 σημείων», δηλαδή ρήξη με ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση, διώξιμο βάσεων, επιστροφή ελληνικού στρατού, ίσα δικαιώματα σε μετανάστες κ.λ.π. Όσο υπάρχουν αυτές οι ελλείψεις, τα «16 σημεία» ΔΕΝ αποτελούν βάση για συζήτηση, είναι όμως μια πολύ ενδιαφέρουσα αρχή για μια τέτοια βάση.
Όμως, ακόμα κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρει να παρουσιάσει το πιο σωστό και σοφό πρόγραμμα η αξία του θα είναι ίση με το μηδέν, χωρίς τη δράση των απλών ανθρώπων που θα αναλάβουν να το πραγματοποιήσουν.
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν τολμά να ανοίξει τον χώρο αυτό στον κόσμο της Αριστεράς. Εδώ, μαζί με τους ηγέτες του ΣΥΝ, συντάσσονται, και είναι κρίμα, και αρκετοί σύντροφοι από τις μικρές «επαναστατικές» συνιστώσες. ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ σημαίνει μαχητές που συσπειρώνονται για να υλοποιήσουν αυτό το πρόγραμμα. Δυστυχώς όμως, για να δουλέψει ένας εργάτης, ένας νέος για τον ΣΥΡΙΖΑ, κατά κανόνα πρέπει να διαλέξει κάποια από τις οργανωμένες συνιστώσες του. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ένα σχήμα χωρίς μέλη και χωρίς δικαιώματα μελών. Οι μόνοι «ανένταχτοι» που καταφέρνουν να σταθούν και να παραμείνουν στο ΣΥΡΙΖΑ, είναι παλιές καραβάνες της Αριστεράς που έχουν την εμπειρία και την αυτοπεποίθηση να αυτοπροταθούν στις διάφορες θεματικές επιτροπές του. Ο υπόλοιπος κόσμος απλώς περισσεύει. Και ο χρόνος συνεχίζει να κυλά ανέμελα…
Αλλά υπάρχει τρόπος να ξανακερδίσουμε το χαμένο χρόνο. Έχει φτάσει πλέον η στιγμή να ΑΠΑΙΤΗΣΟΥΜΕ να στηθούν παντού επιτροπές βάσης, σε κάθε γειτονιά, χώρο δουλειάς και σπουδών για να στηρίξουν το ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ και να εμποδίσουν να καταλήξει κενό γράμμα. Χρειαζόμαστε οργάνωση, χρειαζόμαστε ενεργούς αγωνιστές. Χρειαζόμαστε συγκεντρώσεις όπου ο κόσμος δεν θα έρχεται να ακούσει τους ρήτορες, αλλά να πάρει τα συνθήματα και τις οδηγίες δράσης για συγκεκριμένες, μαζικές καμπάνιες.
Χωρίς μεγάλη προοπτική, ο κόσμος της Αριστεράς δεν θα ξεκινήσει ή δεν θα μπει στον αγώνα. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ.
“Κόκκινη Ορχήστρα”
«ομάδα συζήτησης και παρέμβασης
για το διεθνισμό και την εργατική εξουσία»