Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Υπάρχει «αστυνομία που να ‘ναι δίπλα και όχι ενάντια στον πολίτη»;

Για τις 10 προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ
Στις 18/3 σε συνέντευξη τύπου που έδωσαν οι Αλ. Αλαβάνος και Φ.Κουβέλης στη Βουλή, παρουσίασαν τις 10 προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για ταθέματα της αστυνομίας. Αντιγράφουμε τα 10 σημεία όπως δημοσιεύτηκανστην Αυγή την ίδια μέρα:
1. Αναδιοργάνωση των ΑΤ με κριτήρια πληθυσμιακά, κοινωνικά και γεωγραφικά.2. Ενίσχυση των πολυδύναμων ΑΤ με σκοπό τη στήριξη του πολίτη μεενσωμάτωση λειτουργιών που έχουν ειδικοί, στεγανοί δυστυχώς καιαδιαφανείς μηχανισμοί και που κυρίως χρησιμοποιούνται για τηνκαθυπόταξη των εργαζόμενων και της νεολαίας.3. Ενιαίος φορέας για την αστυνομία με κατάργηση των ειδικών φρουρών και συνοριακών φυλάκων και ένταξή τους στην ΕΛ.ΑΣ.4. Σύγχρονη εκπαίδευση αστυνομικού, ίδρυση πανεπιστημίου αστυνομικών σπουδών.5. Άμεση συνεργασία αστυνομίας με φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ανάδειξη του κοινωνικού ρόλου των αστυνομικών.6. Εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης με βάση τις νέες μορφές εγκληματικότητας.7. Αναγνώριση του επικίνδυνου και ανθυγιεινού της εργασίας των αστυνομικών.8. Αύξηση του βασικού μισθού σε επίπεδα που οι αστυνομικοί να μηναναγκάζονται σε δεύτερη εργασία, ώστε να μπορούν να είναιαποτελεσματικοί στον κοινωνικό ρόλο τον οποίο έχουν.9. Πλήρη συνδικαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα των αστυνομικών.10. Δημιουργία μόνιμης διακοινοβουλευτικής επιτροπής για την επιλογή της ηγεσίας και τη δράση και τη λειτουργία της αστυνομίας.
Στην ίδια συνέντευξη ο Α. Αλαβάνος επεσήμανε ότι «Χρειάζεταιαναδιάρθρωση της ΕΛΑΣ και μια αστυνομία που να ‘ναι δίπλα και όχιενάντια στον πολίτη», προσθέτοντας ότι «μας κάνει εντύπωση η τόσομεγάλη και πολλαπλή έλλειψη αποτελεσματικότητας της αστυνομίας», για νακλείσει λέγοντας «ότι μέσα στις ημέρες της μεγάλης κρίσης που ζούμεαναδεικνύονται και πολλαπλασιάζονται τα κρούσματα βίας, γεννιέται ένααίσθημα φόβου στους πολίτες και λυπούμαστε γιατί η κυβέρνηση και τοσύστημα δεν μπορεί να δώσει λύσεις στα πραγματικά προβλήματα τηςκρίσης, ενώ διαχειρίζονται την κατάσταση αυξάνοντας τον φόβο».Οι προτάσεις αυτές δημιουργούν ένα σωρό ερωτηματικάτόσο σε σχέση με το περιεχόμενό τους όσο και με την ουσία της συζήτησηςπου γίνεται αυτή την περίοδο στο ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τους «15 άμεσουςστόχους πάλης» στους οποίους πουθενά δεν γίνεται λόγος για«αναδιάρθρωση της αστυνομίας» για «ενίσχυση πολυδύναμων ΑΤ», για«σύγχρονες εκπαιδεύσεις αστυνομικών» για συνεργασίες με τους δήμους,για «μισθούς και δικαιώματα» των αστυνομικών κ.ο.κ. Ούτε φυσικά για μιααστυνομία που θα είναι «κοντά στον πολίτη».Αντίθετα στους στόχους πάληςαναφέρονται σαφώς ο «αφοπλισμός των αστυνομικών δυνάμεων στη διάρκειακινηματικών εκδηλώσεων, κατάργηση των ΜΑΤ-ΕΚΑΜ, απαγόρευση της χρήσηςχημικών αερίων». Είναι απορίας άξιο γιατί τα δύο στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ,ξέχασαν τα αιτήματα αυτά και γιατί στις 10 προτάσεις έχουν εξαφανιστείεντελώς; Ποια είναι τότε η αξία ενός προγράμματος, όταν την κρίσιμηστιγμή που ένα μέρος του είναι το πρώτο θέμα, με τον πιο ευκαιριακότρόπο κρύβεται κάτω από το τραπέζι, κλείνοντας το μάτι στις δυνάμειςτης αστικής νομιμότητας; Τι αποτελέσματα έχει αυτή η αλλόκοτησυμπεριφορά, στον κόσμο της αριστεράς πέρα από σύγχυση και απογοήτευση;Μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη, τους μαζικούς ξυλοδαρμούς, τιςεκατοντάδες συλλήψεις, την απίστευτη χρήση χημικών αερίων και μια μέραμετά την εκδήλωση της πρόθεσης της κυβέρνησης για ποινικοποίηση της«κουκούλας» και την επαναφορά της «περιύβρισης αρχής», οι 10 προτάσειςτου ΣΥΡΙΖΑ εκτός από ακατανόητες, είναι και πολιτικά άστοχες και πάνω απ’ όλα εξωραΐζουν το ρόλο των δυνάμεων καταστολής,τον σκληρό δηλαδή πυρήνα του αστικού -βαθέως- κράτους. καλλιεργώνταςτην αυταπάτη ότι μπορεί και να είναι «φιλικός στον πολίτη».Πολιτικά είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου γιατί το βασικό σήμεραδεν είναι οι εκθέσεις ιδεών για μια «καλή αστυνομία», ακόμα κι αν αυτόθα ήταν δυνατό (οι κατασταλτικές δυνάμεις που συνεργάζονται ανοιχτά μετο φασιστικό παρακράτος να γίνουν πρόσκοποι), αλλά η όξυνση της καταστολής και της αυθαιρεσίας, όχι μόνο στην καθημερινή πρακτική της αστυνομίας, αλλά και μέσα από την σκλήρυνση της νομοθεσίας,ιδιαίτερα όσον αφορά την μαζική κινηματική δράση που πλέον θατιμωρείται χωρίς αναστολή και για δύο τουλάχιστον χρόνια φυλάκιση γιααπλά πλημμελήματα (φθορά ξένης περιουσίας, αντίσταση κλπ). Δεν είναιδυνατόν αυτή τη στιγμή το ενδιαφέρον της ριζοσπαστικής αριστεράς ναστρέφεται στο πως θα είναι μια ιδεατή αστυνομία. Αυτό είναι καθαρόςαποπροσανατολισμός, γεγονός που διευκολύνει την κυβέρνηση να κάνει τηδουλειά της και ταυτόχρονα να συζητάει ανέξοδα και ευχάριστα τις «10προτάσεις» του ΣΥΡΙΖΑ.Όμως ποια είναι η ουσία αυτών των προτάσεων;Μήπως η υιοθέτηση των προτάσεων της ΠΟΑΣΥ (συνδικαλιστική ομοσπονδίααστυνομικών) οδηγούν σε κάποιο στόχο εξανθρωπισμού και«εκδημοκρατισμού» των μηχανισμών καταστολής; Σε καμία περίπτωση. Και τιθα γίνει δηλαδή αν «ενισχυθούν τα πολυδύναμα», θα γίνουν πιοδημοκρατικά; Αν οι ειδικοί φρουροί ενταχθούν στην ΕΛΑΣ δεν θαεξοστρακίζονται οι σφαίρες τους; Τα ΜΑΤ δέρνουν πιο «δημοκρατικά» απότους ειδικούς φρουρούς; Τι σημαίνει ίδρυση «πανεπιστημιακών φρουρών»,μήπως ότι οι μορφωμένοι μπάτσοι θα συνειδητοποιήσουν ότι τα συμφέροντάτους είναι με τον «πολίτη» και όχι με τα αφεντικά και την κυβέρνηση;Γιατί τώρα δεν υπάρχουν αστυνομικές σχολές που εισάγονται με εξετάσειςόσοι επιθυμούν να στρατευτούν στην αστυνομία; Περί τίνος μιλάει εδώ οΣΥΡΙΖΑ; Τι σημαίνει «εκπαίδευση με βάση τις νέες μορφέςεγκληματικότητας», ότι δεν είναι σήμερα εκπαιδευμένοι; Και αν«εκπαιδευτούν» τι θα συμβεί δηλαδή, δεν θα ξαναδραπετεύσει οΠαλαιοκώστας από τον Κορυδαλλό με ελικόπτερο;Τέλος η υιοθέτηση αιτημάτων για τους μισθούς και τις εργασιακό τωνμπάτσων είναι καθαρή πρόκληση για το σύνολο της εργατικής τάξης. Οιμισθοί των μπάτσων είναι θαυμάσιοι. Δεν υπάρχει κανένα επάγγελμα πουστα 20 να βγάζει κανείς 1300 ευρώ και να βγαίνει στη σύνταξη στα 45,χωρίς να υπολογιστούν τα «μαύρα» συναφή επαγγέλματα στα οποίαδραστηριοποιούνται χιλιάδες εν ενεργεία και συνταξιούχοι αστυνομικοί μεδιόλου ευκαταφρόνητα εισοδήματα. Και ας μην έχει κανείς την εντύπωσηότι μια γενναία αύξηση του «πενιχρού» εισοδήματος των αστυνομικών θαεξαλείψει άλλου είδους νυχτερινές δραστηριότητες. Τέλος είναι καθαρήυποκρισία η συζήτηση για τα βαρέα και ανθυγιεινά όταν είναι γνωστόν ότιη θητεία στην αστυνομία μετράει σχεδόν διπλή, με αποτέλεσμα στα 45όποιος θελήσει να βγαίνει στη σύνταξη. Επιπλέον οι πραιτοριανέςδυνάμεις φύλακες του καθεστώτος ακόμα κι αν είναι τυπικά «μισθωτοί» δεν έχουν καμία σχέση με την εργατική τάξηκαι πολύ περισσότερο με το εργατικό κίνημα. Το καθοριστικό στοσυγκεκριμένο επάγγελμα δεν είναι η μισθωτή του θέση αλλά ο ρόλος τουςσαν ένοπλοι φύλακες των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και του αστικού εποικοδομήματοςπου υψώνεται πάνω απ’ αυτές. Πουθενά στην ιστορία αυτές οι δυνάμεις δενέπαιξαν έναν διαφορετικό ρόλο απ’ αυτόν και είναι σκέτη εθελοτυφλία νατους θεωρεί κανείς τμήμα της εργατικής τάξης. Επομένως δεν υπάρχεικανένας απολύτως λόγος η αριστερά να υιοθετεί τα «συνδικαλιστικά»αιτήματα των πραιτοριανών φρουρών του αστικού κράτους.Το πρόβλημα της αστυνομίας δεν είναι αυτά που αναφέρονται στις 10 ατυχείς προτάσεις. Αντίθετα είναιστο ρόλο της, σαν τον ένοπλο μηχανισμό επιβολής της τάξης στην υπηρεσίατων συμφερόντων του κεφαλαίου και του κυρίαρχου πολιτικού καθεστώτος.Η αστυνομία πουθενά δεν είχε κάποιον διαφορετικό ρόλο και δενχρειάζεται να έχει διαβάσει κανείς τους κλασσικούς του μαρξισμού για νατο καταλάβει.Μήπως η αστυνομία έχει κάποια διπλή φύση,κατά αναλογία της «διπλής και αντιφατικής» φύσης του κράτους και τωνμηχανισμών του (κατασταλτικό - κοινωνικό ή αντίφαση κατασταλτικών καιιδεολογικών μηχανισμών); Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία τέτοιαδιπλή φύση, και επομένως κάθε αγώνας για «μια αστυνομία κοντά στονπολίτη» είναι μάταιος. Το γεγονός ότι η τροχαία διευκολύνει στηνκυκλοφορία, ή ανοίγει το δρόμο σε ένα ασθενοφόρο, ή ένας αστυφύλακαςμπορεί να σώσει μια γυναίκα από μια απόπειρα βιασμού της, δενδημιουργούν καμία αντίφαση στις λειτουργίες, ούτε αλλάζουν την ενιαίαφύση της αστυνομίας. Ο «κοινωνικός» ρόλος της αστυνομίας είναι τοάλλοθι του βασικού της ρόλου που είναι κατασταλτικός στην υπηρεσία τουκεφαλαίου, του αστικού νόμου και της τάξης.Η αστυνομία βαρύνεται με αμέτρητα περιστατικά αυθαιρεσίας και βίαςκατά όχι μόνο διαδηλωτών, μεταναστών αλλά και ανύποπτων πολιτών.Υποθέσεις που συνήθως δεν φτάνουν στο φως της δημοσιότητας και πολύπερισσότερο στην -αστική- δικαιοσύνη. Αυτές είναι οι άμεσεςεκκρεμότητες που πρέπει να ανοίξει η αριστερά, καταγγέλλοντας ανοιχτάκαι διαρκώς κάθε περιστατικό αυθαιρεσίας, σε μέτωπο με το κράτος καιόχι σε μια εποικοδομητική δήθεν διαβούλευση, που μόνο συνένοχο στοπρόβλημα την κάνουν. Εκεί υπάρχει έλλειμμα έστω για μια«μεταρρυθμιστική» προσπάθεια στο θέμα της αστυνομίας (για όσουςπιστεύουν ότι υπάρχουν τέτοια περιθώρια) και όχι στην επανάληψη -αποδοχή όσων από το πρωί μέχρι το βράδυ ακούμε από την κυβερνητικήτρομοφοβική προπαγάνδα στα μιντια (αύξηση εγκληματικότητας, έλλειψηαστυνόμευσης) που καταλήγουν στο πανελλήνιο «λαϊκό» αίτημα γιαπερισσότερη αστυνομία και λιγότερα δημοκρατικά δικαιώματα.Η αριστερά θα πρέπει να ρίξει τις δυνάμεις της στην απεμπλοκή της αστυνομίας από κάθε κοινωνική υπόθεση,απαξιώνοντας το ρόλο της. Λ.χ. στο πρόβλημα των ναρκωτικών, παλεύονταςγια την αποποινικοποίηση της χρήσης και τον έλεγχο όλων των ουσιών απόδημόσιους φορείς υγείας ούτως ώστε να απαξιωθούν όλα τα κυκλώματα καιοι συμμορίες που ελέγχουν τη διακίνηση, που δρουν σε διαπλοκή με τηνανοχή ή και την προστασία της αστυνομίας. Η νομιμοποίηση των ουσιώνεπιπλέον θα επανέφερε τους χρηστές στην κοινωνία αφού δεν θα έκανανκάτι παράνομο, αποσπώντας έτσι χιλιάδες νέα παιδιά από τα κυκλώματαδιακίνησης και την αστυνομική καταστολή. Η ποινικοποίηση των ουσιών όχιμόνο δεν εξαλείφει το πρόβλημα αλλά τροφοδοτεί με τη σειρά του ένανευρύτερο περιβάλλον μικροεγκληματικότητας, ο οποίος δεν θα υπήρχε σεκάθε άλλη περίπτωση, γεγονός που αν μη τι άλλο θα άφηνε την αστυνομίαχωρίς ένα μεγάλο μέρος της πελατείας της. Με τέτοιες πολιτικές καιδράσεις η αριστερά οφείλει να εξοβελίζει την αστυνομία μακριά από τιςκοινές υποθέσεις, δείχνοντας έναν άλλο δρόμο στην κοινωνία και στονκόσμο -εργαζόμενοι, νεολαία, μετανάστες, σκεπτόμενοι εκτός συστήματοςπολίτες- που απευθύνεται να λύνουν τις υποθέσεις τους. Γιατί οικαπιταλιστές και οι υποτακτικοί τους έχουν πραγματικά ανάγκη τηναστυνομία, οι υπόλοιποι όμως όχι.Το αίτημα για «εκδημοκρατισμό» των μηχανισμών του κατασταλτικού βαθέωςκράτους έχει κλείσει αισίως και προ πολλού έναν αιώνα; Υπάρχει κάποιοπαράδειγμα, μια προηγούμενη ιστορική εμπειρία, που να αποδεικνύει τηνχρησιμότητά του; Ή απλώς είναι η αμήχανη επανάληψη μιας παλιάςαμαρτίας, προϊόν μια ευρύτερης θέσης που αντιλαμβάνεται το κράτος όχιως μηχανισμό βίας και ταξικής κυριαρχίας, αλλά σαν έναν ουδέτερο χώροπου ανήκει σε όλες τις τάξεις και επομένως θα μπορούσε ναχρησιμοποιηθεί ενδεχομένως και για όφελος ολόκληρης της κοινωνίας; Ηπροσπάθεια ουδετεροποίησης της αστυνομίας εντάσσεται στην κλασικήρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική αντίληψη περί ουδετεροποίησης των κατασταλτικών μηχανισμών του αστικού κράτους,γιατί χωρίς αυτή την προϋπόθεση είναι αδύνατη κάθε προσπάθειακοινωνικού μετασχηματισμού χωρίς επαναστατική ρήξη και βίαιη σύρραξη μεαυτούς ακριβώς τους μηχανισμούς που θα υπερασπιστούν ως γνήσιοιπραιτοριανοί το υπάρχων status quo.Όσοι συνεχίζουν, παρά την μέχρι τώρα ιστορική εμπειρία, να καλλιεργούν αυταπάτες και ψευδαισθήσειςγύρω από το ρόλο της αστυνομίας, όχι μόνο δείχνουν μια δογματικήιδεοληπτική εμμονή, αλλά και μια ασυγχώρητη στάση στο εσωτερικό τουκινήματος και του κόσμου της αριστεράς που αντί να προετοιμάζουν και να οργανώνουν την μαζική αυτοάμυνα,πρακτικά διευκολύνουν την αστυνομική καταστολή και την κρατικήτρομοκρατία να επιβάλει τη θέλησή της. Εδώ οφείλεται και η άρνηση νααντιμετωπιστούν οι δυνάμεις καταστολής σαν αυτό ακριβώς που είναι.Γιατί αυτό προϋποθέτει μια άλλη αντίληψη που δεν θα εγκλωβίζεται σταπλαίσια της αστικής νομιμότητας και του κοινοβουλευτισμού, βάζονταςπάνω από αυτή, τη νομιμότητα και το δίκαιο του αγώνα για την εξάλειψητης εκμετάλλευσης και την κοινωνικής αδικίας.Ας θυμηθούμε τα λόγια μιας παλιάς επαναστάτριας, που αν μη τι άλλο συνεχίζει να είναι συμπαθής στο σύνολο της αριστεράς ακόμα και μέχρι σήμερα:«Το να θεωρούμε τον κοινοβουλευτισμό ως αποκλειστικό μέσο πολιτικήςπάλης της εργατικής τάξης, δεν είναι λιγότερο φαντασιοκοπικό και, κατάβάθος, λιγότερο αντιδραστικό, από το να δεχόμαστε τη γενική απεργία ήτα οδοφράγματα, ως αποκλειστικά μέσα πάλης. Η βίαιη επανάσταση, στιςσημερινές περιστάσεις, είναι δίχως άλλο δίκοπο μαχαίρι καιδυσκολομεταχείριστο.Πιστεύω ότι το προλεταριάτο δε θα καταφύγει σ’ αυτό το μέσο παρά μόνονόταν αυτό θα είναι η μόνη διέξοδος που θα του απομένει, με τηναπαραίτητη πάντα προϋπόθεση ότι η πολιτική κατάσταση και ο συσχετισμόςτων δυνάμεων εξασφαλίζουν λιγότερο ή περισσότερο την πιθανότητα τηςεπιτυχίας. Μα η σαφέστατη κατανόηση της ανάγκης να χρησιμοποιηθεί η βίατόσο στα διάφορα επεισόδια της πάλης των τάξεων, όσο και για την τελικήκατάκτηση της εξουσίας, είναι εκ των προτέρων απαραίτητη, γιατί ίσα-ίσαη κατανόηση αυτή είναι που δίνει ορμή και αποφασιστικότητα στηνειρηνική και νόμιμη δράση μας. Αν η σοσιαλδημοκρατία παρασυρόταν απότους οπορτουνιστές και αποφάσιζε να παραιτηθεί εκ των προτέρων και διαπαντός από τη χρησιμοποίηση της βίας, αν αποφάσιζε να υποχρεώσει τιςεργατικές μάζες να σεβαστούν την αστική νομιμότητα, τότε όλοι οιπολιτικοί της αγώνες, κοινοβουλευτικοί και άλλοι, θα χρεοκοπούσαναξιοθρήνητα, αργά ή γρήγορα, για να δώσουν τη θέση τους στην αχαλίνωτηκυριαρχία της αντιδραστικής βίας».
Ρόζα Λούξερμπουργκ, «Βία και Νομιμότητα», πρωτοδημοσιεύτηκε στο Die Neue Zeit, 14 Μαΐου 1902.
Κ. Μαραγκός, 28-3-2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: